Τα κοινωνικά δικαιώματα των μεταναστών και των προσφύγων. Κριτική προσέγγιση πτυχών του θεσμικού πλαισίου. Εκτύπωση
στον τόμο: Π. Νάσκου-Περράκη (επιμ.), Η καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Εισηγήσεις και συζητήσεις στρογγυλής τράπεζας στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Παρατηρητήριου του ρατσισμού και της ξενοφοβίας (Θεσσαλονίκη 20 Νοεμβρίου 1999), εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2000, σελ. 45-65.

 

Ο συσχετισμός της προβληματικής του κράτους πρόνοιας με το φαινόμενο του ρατσισμού και της ξενοφοβίας παρουσιάζει σήμερα αυξανόμενο ενδιαφέρον: H όξυνση της μεταναστευτικής πίεσης προς τις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως αποτέλεσμα κυρίως της κατάρρευσης των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, συμπίπτει χρονικά με την κορύφωση του μείζονος ζητήματος που απασχολεί τα τελευταία χρόνια την ευρωπαϊκή πολιτική: την κρίση του ηπειρωτικού ευρωπαϊκού προτύπου κράτους πρόνοιας και την αγωνιώδη αναζήτηση νέων μορφών οργάνωσης τους κοινωνικού χώρου.
Η συνάρθρωση των θεσμών απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας με τις μεταναστευτικές πολιτικές εντοπίζεται κυρίως στις εξής πτυχές: Πρώτον, στο status των αλλοδαπών εργαζομένων στην αγορά εργασίας• δεύτερον, στην κοινωνικοασφαλιστική, υγειονομική και προνοιακή προστασία των οικονομικών μεταναστών και των προσφύγων• τρίτον στον κοινωνικό αποκλεισμό των αλλοδαπών, που τροφοδοτείται από το φαινόμενο του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Ειδικότερο πρόβλημα αποτελεί επίσης η θέση των παράνομα εγκατεστημένων αλλοδαπών.
Από την ανάλυση του θεσμικού πλαισίου για την απασχόληση και την κοινωνική προστασία των μεταναστών και των προσφύγων προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα : Κατ’ αρχάς η ελληνική συνταγματική τάξη εμφανίζεται να διαφοροποιεί τους αλλοδαπούς από τους Έλληνες πολίτες ως προς την απόλαυση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Ακόμη και ως προς την αρχή της ίσης αμοιβής που θεμελιώνεται στο άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος η νομολογία δεν έχει δεχθεί ότι καλύπτει και τους αλλοδαπούς. Αν και η συστηματική ερμηνεία επιμέρους διατάξεων κοινωνικού περιεχομένου με τα άρθρα 2 παρ. 1 Συντ. και 5 παρ. 1 και 2 Συντ., ιδίως εκείνων που αναφέρονται στην κοινωνική ασφάλιση και την υγεία, θα μπορούσε πειστικά να θεμελιώσει συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα υπέρ των αλλοδαπών, ωστόσο η κρατούσα άποψη σε θεωρία και νομολογία παραμένει αρνητική.
Από την άλλη πλευρά, η διεθνής προστασία των προσφύγων και των μεταναστών εμφανίζεται λιγότερο φειδωλή. Ωστόσο τόσο η Ελλάδα όσο και άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχουν επικυρώσει ούτε δείχνουν την πρόθεση να επικυρώσουν μια σειρά διεθνών συμβάσεων που αφορούν τα δικαιώματα των αλλοδαπών. Πέραν τούτου, η εθνική νομοθεσία και η διοικητική πρακτική σε αρκετές περιπτώσεις δεν ανταποκρίνονται προς τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας, παραβιάζοντας επί παραδείγματι, την αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ προσφύγων και ελλήνων πολιτών.
Τα σημαντικότερα ελλείμματα ως προς την απασχόληση και την κοινωνική προστασία των προσφύγων και των οικονομικών μεταναστών εντοπίζονται σε επίπεδο κοινού κοινωνικού δικαίου. Όπως έχει επισημανθεί, το υφιστάμενο σύστημα, όπως εφαρμόζεται, επιφέρει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα, τροφοδοτώντας ταυτόχρονα τα ρατσιστικά φαινόμενα. Τα προβλήματα κοινωνικής ενσωμάτωσης των αλλοδαπών εντείνονται από την αυστηρή κατασταλτική πολιτική, ενώ παράλληλα ο απολογισμός των πιο πρόσφατων μέτρων νομιμοποίησης (χορήγηση λευκής και πράσινης κάρτας) απέδειξε τον ατελέσφορο χαρακτήρα τους. Ειδικότερα ως προς τους πρόσφυγες, τόσο από τα σχέδια δράσης που παρουσιάστηκαν από το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες τον Απρίλιο του 1997 αλλά και αργότερα, όσο και από τις σχετικές προτάσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού προκύπτουν τα ελλείμματα στις πολιτικές κοινωνικής ένταξης των προσφύγων.

 
< Προηγ.   Επόμ. >

Επιλογές

Advertisement

Επικοινωνία

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου-
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43, 106 72 Αθήνα
centre@cecl.gr