Η συνεργασία απαιτεί στροφή από τον ΣΥΡΙΖΑ Εκτύπωση
Νέα Σελίδα, 21/11/2017

Συνέντευξη στον Δημήτρη Στεμπίλη

Σοσιαλδημοκρατία, ένας όρος με ιδεολογική και πολιτική φόρτιση, που τα τελευταία χρόνια μοιάζει να αντιμετωπίζεται είτε με μουσειακή αντίληψη είτε ως μια «χαμένη πατρίδα» που πρέπει πάλι να ενσωματωθεί. Γι’ αυτό τον λόγο, τόσο σε εγχώριο όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ακαδημαϊκοί, στοχαστές και αναλυτές που αγωνιούν για τη δυναμική επανεμφάνισή της, καταθέτουν τις απόψεις τους για την άρση των αδιεξόδων που οδήγησαν στην υποχώρησή της. Μια τέτοια μελέτη είναι το νέο βιβλίο του καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου και προέδρου του Ιδρύματος Τσάτσου, Ξενοφώντα Κοντιάδη, «Η Σοσιαλδημοκρατία σήμερα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις. Τα ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ συνομίλησαν μαζί του, σε μια άκρως ενδιαφέρουσα και διαφωτιστική συζήτηση.

 
Γιατί άλλο ένα βιβλίο για τη Σοσιαλδημοκρατία;

Η Σοσιαλδημοκρατία είναι μια ιδέα σε κίνηση, άρα μια ιδέα που δεν φιλοδοξεί να τεθεί ως οριστική αλήθεια, αλλά αποσκοπεί να μεταβάλει τις κοινωνίες που ζούμε, εξελισσόμενη ταυτόχρονα η ίδια. Το βιβλίο αναλύει την εξέλιξη της Σοσιαλδημοκρατίας, τις κεντρικές θέσεις της για τα μεγάλα προβλήματα που απασχολούν τις σύγχρονες κοινωνίες και τη διαμάχη της με τις αντιλήψεις τόσο της νεοφιλελεύθερης – νεοσυντηρητικής Δεξιάς όσο και της ριζοσπαστικής ή μαρξιστικής Αριστεράς. Σήμερα στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη, διεξάγεται ένας σοβαρός διάλογος για την ανανέωση του σοσιαλδημοκρατικού προτάγματος. Μετά την αρχική αμηχανία που προκάλεσε η οικονομική κρίση, η Σοσιαλδημοκρατία επιχειρεί να ανασυνταχθεί. Ειδικά στην Ελλάδα, που δεν διαθέτει ισχυρή σοσιαλδημοκρατική παράδοση, καθώς το ΠΑΣΟΚ μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 κράτησε σημαντικές αποστάσεις από την ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία, η επίκληση του σοσιαλδημοκρατικού αξιακού και προγραμματικού λόγου υπήρξε μέχρι πρόσφατα αποσπασματική. Ετσι, κρίσιμες ιδεολογικές αρχές και εννοιολογικές αποχρώσεις εμφανίζονται διφορούμενες ή δεν έχουν αναδειχτεί επαρκώς. Αυτό το κενό επιχειρεί να καλύψει το βιβλίο.

Υπάρχει ιστορική ευθύνη για την υποχώρηση της Σοσιαλδημοκρατίας από τις επιλογές ηγετών όπως οι Σρέντερ και Μπλερ ή εξέφρασαν τις διαχειριστικές ανάγκες της νέας εποχής;

Ενα από τα ισχυρά στοιχεία του σοσιαλδημοκρατικού προτάγματος αποτελεί η ικανότητα προσαρμογής σε μεταβαλλόμενες συνθήκες. Ποια είναι, ωστόσο, τα «ανεκτά» όρια αυτών των μεταμορφώσεων και πότε κρίνονται ως μεταλλάξεις που αλλοιώνουν θεμελιώδεις αρχές και στόχους της Σοσιαλδημοκρατίας; Τα ερωτήματα αυτά τέθηκαν σε αρκετές ιστορικές περιόδους, με πιο πρόσφατη τη συζήτηση για τον «τρίτο δρόμο» και τη «νέα Σοσιαλδημοκρατία». Ο τρίτος δρόμος, λαμβανομένων υπόψη των ιστορικών συνθηκών, ιδίως της παγκοσμιοποίησης, εφάρμοσε ένα σημαντικό εκσυγχρονιστικό και κοινωνικό πρόγραμμα. Αποτέλεσε ένα πραγματιστικό πολιτικό σχέδιο που συνδύαζε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης με αύξηση της απασχόλησης, μείωση των ανισοτήτων και διασφάλιση ικανοποιητικών θεσμών κοινωνικής προστασίας. Οι αστοχίες, οι υποχωρήσεις και οι αντιφάσεις του δεν θα δικαιολογούσαν την απόρριψή του από τη σοσιαλδημοκρατική παράδοση. Με τα σημερινά δεδομένα στην Ευρώπη, πολύ περισσότερο στις χώρες που έπληξε περισσότερο η κρίση, όπως η Ελλάδα, η επιστροφή στην εποχή που την εξουσία κατείχαν οι κυβερνήσεις της νέας Σοσιαλδημοκρατίας θα φάνταζε, ασφαλώς, ευκταία.

Ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος του κράτους για τη σύγχρονη Σοσιαλδημοκρατία; Ενας παρεμβατισμός κεϋνσιανής έμπνευσης είναι εφικτός σήμερα;

Η Σοσιαλδημοκρατία ακολούθησε πάντα, ως προς τον ρόλο του κράτους, έναν ενδιάμεσο δρόμο μεταξύ των ακραίων θέσεων της Δεξιάς και της μαρξιστικής Αριστεράς. Δεν αποδέχτηκε ούτε το κράτος-νυχτοφύλακα του πρώιμου φιλελευθερισμού ή, σήμερα, το ελάχιστο κράτος του νεοφιλελευθερισμού ούτε όμως και το ολοκληρωτικό κράτος που επιδιώκει να επιβληθεί σε κάθε πτυχή της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Το κράτος της Σοσιαλδημοκρατίας είναι ένα κράτος πρόβλεψης, ρύθμισης και αναδιανομής. Η σύγχρονη Σοσιαλδημοκρατία υποστηρίζει την απογραφειοκρατικοποίηση του κράτους. Απομάκρυνση από τον κρατισμό δεν σημαίνει ούτε συνθηκολόγηση με τις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις για το ελάχιστο κράτος ούτε υποχώρηση της πολιτικής. Σημαίνει, αντίθετα, ισχυρή πολιτική παρέμβαση για τη μεταρρύθμιση του κράτους προς όφελος των πολιτών, της επιχειρηματικότητας και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε συνάρτηση με την αναγκαία προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της μεταβιομηχανικής εποχής και της παγκοσμιοποίησης.

Γράφετε ότι «οι πολιτικές ιδεολογίες δεν διαθέτουν την ικανότητα να προβάλλουν ένα ευκταίο μέλλον». Τα κόμματα μπορούν;

Η αποϊδεολογικοποίηση της πολιτικής και η αναξιοπιστία των θεσμών ενισχύουν την αποπολιτικοποίηση των πολιτών και την ιδιώτευση. Η αποξένωση ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα και την κοινωνία συναρτάται όμως και με τη δυσπιστία απέναντι σε κάθε μορφή θεσμοποιημένης εξουσίας. Η κατάργηση του ανοιχτού και ανταγωνιστικού χαρακτήρα της δημοκρατίας οδηγεί στην ενίσχυση των αντισυστημικών μορφών πολιτικής δράσης, είτε αυτές εκφράζονται ως ενδυνάμωση των κομμάτων των άκρων είτε εκδηλώνονται ως βίαιες κοινωνικές εξεγέρσεις. Για τη Σοσιαλδημοκρατία και την ανανεωτική Αριστερά, που συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση των σύγχρονων αντιπροσωπευτικών θεσμών, αποτελεί τεράστια πρόκληση να επεξεργαστούν προτάσεις ανανέωσης της δημοκρατίας και αντίκρουσης τόσο του αντισυστημικού λόγου όσο και της μετατροπής της πολιτικής σε ιδιωτική υπόθεση.

Η Σοσιαλδημοκρατία αποστρέφεται τον λαϊκισμό. Ωστόσο, φορείς που την εκφράζουν υιοθετούν τον «αντιλαϊκιστικό διαχειριστικό κυνισμό». Πρόκειται για ιδεολογική μετάλλαξη ή για μεμονωμένα φαινόμενα;

Λαϊκιστική διακυβέρνηση σημαίνει διακινδύνευση των δικαιωμάτων, διάβρωση των δημοκρατικών θεσμών και δημιουργία νέων πολιτικών διαιρέσεων, που αποσυνθέτουν τους σταθερούς πολιτικούς και ιδεολογικούς συσχετισμούς. Ο λαϊκισμός προκαλεί μια ρηχή ηθικοποίηση της πολιτικής, που μετατρέπει τον πολιτικό διάλογο σε κυνήγι μαγισσών. Από την άλλη πλευρά, για να αποφευχθεί αυτό που εύστοχα αποκαλέσατε «αντιλαϊκιστικό διαχειριστικό κυνισμό», η Σοσιαλδημοκρατία οφείλει να επανεκτιμήσει τον ρόλο των συναισθημάτων στην πολιτική, διευρύνοντας την πολιτική νόηση στη σφαίρα των παθών. Αυτό δεν σημαίνει διολίσθηση προς τη λαϊκιστική δημαγωγία, αλλά επιστροφή σε μια κατανοητική και συναισθησιακή αμεσότητα, που έχει βαθιές ρίζες στις αριστερές παραδόσεις.

Με αφορμή τις εκλογές στην Κεντροαριστερά και την αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού από το 2012 και εντεύθεν, είναι δυνατή μια συνεργασία των σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων στη χώρα μας με τη ριζοσπαστική Αριστερά, όπως την εκφράζει πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ; Στο βιβλίο σας κάτι τέτοιο δεν είναι ορατό.

Η Κεντροαριστερά, όπως έχει αποδειχτεί ιστορικά, αναζητά πεδία συμβιβασμού και συναίνεσης όταν κρίνεται στρατηγικά αναγκαίο, χωρίς αυτό να σημαίνει ενδοτικότητα ή αδυναμία. Με βάση τις διαδικασίες διαβούλευσης, την ανεκτικότητα και τη μετριοπάθεια, οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις είναι ανοιχτές στη συνεργασία και τη σύνθεση απόψεων, απορρίπτοντας τα παίγνια μηδενικού αθροίσματος. Προσωπικά προτιμώ τον όρο «Σοσιαλδημοκρατία» από τον όρο της πολιτικής γεωγραφίας «Κεντροαριστερά», ακριβώς επειδή ο πρώτος αποτυπώνει με μεγαλύτερη ευκρίνεια το αριστερό πρόσημο αυτού του χώρου. Ομως τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει επιλέξει στρατηγικά, μετά τις εκλογές τόσο του Ιανουαρίου όσο και του Σεπτεμβρίου του 2015, να συνεργαστεί με το ακραία λαϊκιστικό δεξιό κόμμα των ΑΝΕΛ, διερωτώμαι πάνω σε ποιες βάσεις θα μπορούσε σήμερα να θεμελιωθεί η συνεργασία που αναφέρατε. Θα απαιτούνταν, κατά τη γνώμη μου, μια ειλικρινής πολιτική στροφή από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ για να ευδοκιμήσει μια τέτοια συνεργασία.
 
Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 19/11/2017 
 
Επόμ. >

Επιλογές

Advertisement

Επικοινωνία

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου-
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43, 106 72 Αθήνα
centre@cecl.gr