Οι διαδικαστικές παγίδες της αναθεώρησης Εκτύπωση
Παραπολιτικά, 16/02/19

Σύμφωνα με το Σύνταγμα, αν η πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος στην πρώτη, προτείνουσα Βουλή λάβει την πλειοψηφία των 3/5 του συνόλου των βουλευτών, τότε η επόμενη Βουλή μπορεί να αποφασίσει σχετικά με τη διατύπωση των αναθεωρητέων διατάξεων με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών. Κατά το γράμμα του Συντάγματος δεν μπορεί να συναχθεί δέσμευση της δεύτερης Βουλής από τις κατευθύνσεις τις οποίες προτείνει η πρώτη Βουλή για την τροποποίηση των αναθεωρητέων διατάξεων.
 
Επιπλέον, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη στη θεωρία, οι υποδείξεις-κατευθύνσεις της πρώτης Βουλής ως προς το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων δεν δεσμεύουν τη δεύτερη Βουλή, η οποία αποκλειστικά και αδέσμευτα αποφασίζει για το περιεχόμενο και τη διατύπωση των προτεινόμενων προς αναθεώρηση διατάξεων.  
 
Υπό αυτό το πρίσμα διαπιστώνεται ωστόσο ο κίνδυνος στην πράξη να υπάρξει απόκλιση από το επιθυμητό, δηλαδή τη διασφάλιση της ευρύτερης δυνατής συναίνεσης ως προς το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων. Επίσης, η επίμαχη διαδικαστική ρύθμιση αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ότι οδηγεί σε ενίσχυση της θεσμικής δυσπιστίας μεταξύ των πολιτικών κομμάτων. 

Συνεπώς τίθεται ένα σημαντικό ζήτημα θεσμικής ανασφάλειας στην παρούσα Βουλή, από το ενδεχόμενο να ψηφίσει με αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 μια πρόταση αναθεώρησης τη στιγμή π
ου αφ’ ενός είναι άγνωστη η σύνθεση της επόμενης Βουλής και αφ’ ετέρου οι κατευθύνσεις της δεν δεσμεύουν στην πράξη την επόμενη Βουλή. Έτσι σε αυτή τη Βουλή αποδεικνύεται εξαιρετικά δυσχερές να επιτευχθούν αυξημένες πλειοψηφίες, όταν υπάρχει ενδεχόμενο να ανατραπούν πλήρως οι κατευθύνσεις των αναθεωρητικών της προτάσεων και τα επίμαχα άρθρα να αναδιατυπωθούν με εντελώς διαφορετικό τρόπο.
 
< Προηγ.   Επόμ. >

Επιλογές

Advertisement

Επικοινωνία

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου-
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43, 106 72 Αθήνα
centre@cecl.gr