Ο νέος συνταγματισμός και τα θεμελιώδη δικαιώματα μετά την αναθεώρηση του 2001 Εκτύπωση

(702 σελ., εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2002).

Πατήστε στην εικόνα για να ανοίξει

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΤΟΜΟΥ 

Βιβλιοκρισία Πέτρου Παραρά  

 

Το αναθεωρητικό εγχείρημα που ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2001, απασχόλησε έντονα το δημόσιο και τον επιστημονικό διάλογο στη χώρα μας ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Είναι αξιοσημείωτο ότι αν και ο συνταγματικός νομοθέτης του 2001 δεν επικεντρώθηκε σε ένα μείζον συνταγματικοπολιτικό διακύβευμα, όπως ήταν το 1975 η αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών και το 1986 ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι δε θέσεις των κομμάτων εξαρχής συνέκλιναν στα περισσότερα επιμέρους ζητήματα, παρ’ όλα αυτά ένα μέρος της επιστημονικής κοινότητας δέχθηκε τις αναθεωρητικές προτάσεις με σημαντικές επιφυλάξεις. Οι επιφυλάξεις αυτές φαίνεται ότι συνεχίζουν να συνοδεύουν ως ένα σημείο τον επιστημονικό διάλογο και μετά την ολοκλήρωση της συνταγματικής αναθεώρησης, με κυριότερο επιχείρημα ότι το Σύνταγμα του 1975/1986/2001 δεν κομίζει κάτι ουσιωδώς νέο ούτε μεταβάλλει στην πράξη τη λειτουργία της ελληνικής πολιτείας.
Κεντρική θέση της παρούσας μελέτης είναι ότι η κριτική αυτή δεν έχει αναγνωρίσει τις αξιοσημείωτες μεταβολές που επιφέρει το αναθεωρημένο Σύνταγμα ως προς τη συνολική πρόσληψη του συνταγματικού φαινομένου. Οι μεταβολές αυτές εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο ενός νέου κύματος συνταγματισμού που διαμορφώνεται στην ύστερη νεωτερικότητα και στην κοινωνία της διακινδύνευσης.
Η κριτική εκδηλώθηκε εξαρχής με δύο εκ διαμέτρου αντίθετες όψεις: αφ’ ενός, υποστηρίχθηκε ότι στο πλαίσιο των νέων προκλήσεων της μεταβιομηχανικής εποχής ήταν αναγκαία μια ριζική συνταγματική μεταρρύθμιση, στην οποία ο αναθεωρητικός νομοθέτης, εγκλωβισμένος από την «επιλογή της συναίνεσης», δεν τόλμησε να προχωρήσει. αφ’ ετέρου, εκφράστηκε η άποψη ότι η αναθεώρηση του συνταγματικού κειμένου ήταν μάλλον περιττή, δεδομένου ότι το Σύνταγμα του 1975/1986 αποδείχθηκε ένα επιτυχημένο Σύνταγμα, επαρκές για τη ρύθμιση όλων των ζητημάτων που ανακύπτουν στη σύγχρονη πολιτεία.
Κοινή αφετηρία και των δύο αυτών κριτικών προσεγγίσεων υπήρξε ο ισχυρισμός ότι το αναθεωρητικό διάβημα στερούνταν μιας σαφούς συνταγματικοπολιτικής στρατηγικής. Επίσης, κοινό τους συμπέρασμα συνιστά η άποψη ότι η αναθεώρηση του 2001 υπήρξε ένα ανούσιο και αδιάφορο εγχείρημα, που κατέληξε μεν σε ένα «νέο» Σύνταγμα αν ληφθεί υπόψη το μεγάλο της εύρος, όμως εν τέλει δεν επιφέρει σημαντικές μεταβολές στη διαρρύθμιση της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης.
Είναι προφανές ότι αν ο ερμηνευτής και ο εφαρμοστής του Συντάγματος του 1975/1986/2001 έχει ως αφετηρία, κατά την προσέγγιση των νέων διατάξεων, τις προηγούμενες αφετηριακές αξιολογήσεις, τότε ασφαλώς θα οδηγηθεί σε μια μάλλον «διεκπεραιωτική» τους ανάγνωση, χωρίς να υποψιαστεί τις ενδεχόμενες βαθύτερες ερμηνευτικές τους αναγωγές και συνέπειες. Έναυσμα, ωστόσο, για τις σκέψεις της παρούσας μελέτης δεν υπήρξε πρωτίστως η θεωρητική αναζήτηση σχετικά με την ορθότητα των κρίσεων για την αναθεώρηση του 2001, αλλά κυρίως η διαύγαση ορισμένων αφετηριακών αξιολογήσεων που κρίνονται αναγκαίες ως ερμηνευτικά προαπαιτούμενα για τον εφαρμοστή του αναθεωρημένου Συντάγματος.
Ωστόσο, πέρα από την «πρώτου βαθμού» αξιολόγηση του αναθεωρητικού εγχειρήματος, δηλαδή την απάντηση στα ερωτήματα αν η αναθεώρηση του 2001 ήταν αναγκαία και χρήσιμη ή περιττή και ανούσια, περισσότερο ή λιγότερο του πρέποντος ριζοσπαστική, με σαφείς και δεδηλωμένους ή θολούς και άδηλους στόχους και με σημαντικά ή ασήμαντα πρακτικά αποτελέσματα, ιδιαίτερη πρόκληση για τη συγγραφή της ανά χείρας μελέτης αποτελεί η προσπάθεια να προσεγγιστεί το αναθεωρητικό εγχείρημα στο πλαίσιο των ευρύτερων πολιτειολογικών του συμφραζομένων. και, συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του σύγχρονου προβληματισμού για τη μεταβιομηχανική κοινωνία της διακινδύνευσης (Risikogesellschaft, risk society).
Αξιοσημείωτη σύμπτωση αποτελεί ότι κατά την περίοδο συγγραφής της μελέτης έλαβε χώρα ένα γεγονός που σχετίζεται άμεσα με τις αφετηριακές της θέσεις. Πρόκειται για την τρομοκρατική ενέργεια της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στη Νέα Υόρκη που, μεταξύ των πολύπλευρων συνεπειών της, είχε ως επακόλουθο την παραβίαση κλασικών συνταγματικών εγγυήσεων εν ονόματι της αντιτρομοκρατικής προστασίας. Όμως η τρομοκρατική ενέργεια της 11ης Σεπτεμβρίου κατ’ ουσίαν δεν υπήρξε τίποτε άλλο παρά ένα ακρότατο φαινόμενο της κοινωνίας της διακινδύνευσης, δηλαδή των μεταβιομηχανικών κοινωνικών σχηματισμών όπου οι θεσμοί «αποτυγχάνουν να δώσουν την υπεσχημένη ασφάλεια» (U. Beck), όπου κυριαρχεί η κοινωνική αβεβαιότητα και η ατομική ανασφάλεια, αλλά και η δυσπιστία ως προς την αποτελεσματικότητα και τη διαφάνεια των κρατικών μηχανισμών.
Η επιστημονική συζήτηση για την κοινωνία του ρίσκου έχει ξεκινήσει ήδη από τη δεκαετία του ’60 και κορυφώθηκε στην Ευρώπη μετά την έκδοση του βιβλίου του γερμανού κοινωνιολόγου Ulrich Beck, “Risikogesellschaft” το 1986. Η συζήτηση αυτή δεν λειτούργησε άμεσα ως έναυσμα για την αναζήτηση των επιπτώσεων της κοινωνίας της διακινδύνευσης στους συνταγματικούς θεσμούς, αν και είναι περισσότερο από προφανές ότι οι επιμέρους εκφάνσεις της απασχολούν διαρκώς και εξαιρετικά έντονα τον ερμηνευτή και τον εφαρμοστή των συνταγμάτων αλλά και τον αναθεωρητικό νομοθέτη και όχι μόνο στον ευρωπαϊκό χώρο.
Κεντρική λοιπόν υπόθεση εργασίας αυτής της μελέτης είναι ότι στο πλαίσιο της κοινωνίας της διακινδύνευσης διαμορφώνεται ένας «νέος συνταγματισμός», ένας συνταγματισμός της ανασφάλειας και της δυσπιστίας, προϊόν του οποίου υπήρξε εν πολλοίς και το ελληνικό συνταγματικό διάβημα του 2001. Αυτή η όψη του αναθεωρητικού εγχειρήματος καταγράφεται ως «λανθάνουσα συνταγματική στρατηγική» του αναθεωρητικού νομοθέτη, η οποία προσδιόρισε συγκεκριμένες κατευθύνσεις και επιλογές του.
Η παρούσα μελέτη αποτελεί κατ’ ουσίαν το δεύτερο τόμο με τον οποίο συνεχίζεται η μονογραφία «Η Αναθεώρηση του Συντάγματος, Ι. Μεθοδολογικά θεμέλια» (Αθήνα-Κομοτηνή 2000, βλ. κατωτέρω δημοσίευση υπ’ αριθμ. 9). Η αυτοτελής της δημοσίευση προκύπτει πρωτίστως από τη θεματική της: διερευνώνται κατ’ αρχάς τα ερμηνευτικά προαπαιτούμενα για την κατ’ άρθρον κριτική προσέγγιση του αναθεωρημένου Συντάγματος του 1975/1986/2001, και εν συνεχεία προσεγγίζονται ερμηνευτικά και αξιολογούνται οι τροποποιήσεις στη συνταγματική ύλη περί ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.
Η μελέτη διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη. Στο πρώτο μέρος εξετάζονται εκείνα τα χαρακτηριστικά του «νέου συνταγματισμού» από τα οποία εμφορείται το αναθεωρητικό διάβημα του 2001 και τα οποία λειτουργούν ως ερμηνευτικά προαπαιτούμενα για την ανάγνωση του αναθεωρημένου Συντάγματος. Επίσης επιχειρείται η συνοπτική κριτική προσέγγιση των αναθεωρημένων διατάξεων που κατοχυρώνουν ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, με γνώμονα και την ανάδειξη της συσχέτισής τους με τη λογική του «νέου συνταγματισμού», πλην εκείνων των νέων ρυθμίσεων που κρίθηκε σκόπιμο να αναλυθούν αυτοτελώς στα υπόλοιπα τρία μέρη του βιβλίου εξαιτίας του έντονου πολιτικού και επιστημονικού προβληματισμού που προκάλεσαν και, ιδίως, της σημασίας τους για τη σύγχρονη πολιτεία.
Οι τρεις μείζονες ενότητες που κρίθηκε επιβεβλημένο να τύχουν αυτοτελούς επεξεργασίας στο δεύτερο, τρίτο και τέταρτο μέρος του βιβλίου καλύπτουν, πρώτον, τις ρυθμίσεις που αφορούν τη σχέση πολιτικής εξουσίας, οικονομικής εξουσίας και εξουσίας πληροφόρησης, επί των οποίων διεξήχθη στη Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή ένας εξαιρετικά εκτεταμένος και συχνά οξύς πολιτικός διάλογος (δεύτερο μέρος). δεύτερον, τις νέες ρυθμίσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, που υπήρξαν αφορμή για την ενεργοποίηση της κοινωνίας πολιτών και για έναν ευρύτατο επιστημονικό διάλογο, οι οποίες ασφαλώς είναι αλληλένδετες και με τα ζητήματα προστασίας της ιδιοκτησίας (τρίτο μέρος). τέλος, την κρίσιμη, ενόψει της αναδιάρθρωσης του κράτους πρόνοιας, συζήτηση για τη συνταγματοποίηση διατάξεων κοινωνικής προστασίας, που κατέληξε μεν στη ρητή κατοχύρωση της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου, όμως αποτέλεσε και την αφορμή για την αποχώρηση των δύο κομμάτων της ελάσσονος αντιπολίτευσης από την ψηφοφορία στην Ολομέλεια της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής (τέταρτο μέρος).
Από την προσέγγιση του Συντάγματος του 1975/1986/2001 που προτείνεται στη μελέτη προκύπτει ότι εν τέλει αποτελεί πράγματι ένα νέο Σύνταγμα. Νέο, όχι διότι ανέτρεψε τις «θεμελιώδεις αποφάσεις» και τις αξιακές δεσμεύσεις του συντακτικού νομοθέτη του 1975 ή του αναθεωρητικού του 1986, ούτε απλώς και μόνο διότι σημειώθηκαν τροποποιήσεις σχεδόν στα δύο τρίτα του περιεχομένου του: αλλά διότι εμφορείται από τη λογική του «νέου συνταγματισμού» της κοινωνίας της διακινδύνευσης. Υπό αυτό το πρίσμα η αναθεώρηση του 2001, αν και δεν επέφερε εκ πρώτης όψεως δραματικές μεταβολές, ανέτρεψε ωστόσο εκ βάθρων τον «εσωτερικό ρυθμό» του συνταγματικού κειμένου και τα προαπαιτούμενα για την ανάγνωσή του. και ίσως αυτό να αποτελεί σημαντικότερη μεταρρυθμιστική τομή σε σχέση με οποιαδήποτε ρητή ανατροπή των θεμελιωδών αποφάσεων του επιτυχημένου Συντάγματος του 1975/1986, η οποία άλλωστε δεν θα κόμιζε παρά αναταράξεις στη σταθεροποιημένη πλέον Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία.

 
< Προηγ.   Επόμ. >

Επιλογές

Advertisement

Επικοινωνία

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου-
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43, 106 72 Αθήνα
centre@cecl.gr