Η αντικατάσταση του Πρωθυπουργού. Η ερμηνευτική δοκιμασία του άρθρου 38 παρ. 2 του Συντάγματος 1975/1986 ως έναυσμα για την αναθεώρησή του Εκτύπωση

(354 σελ., φιλοξενήθηκε στη σειρά «Συνταγματικό Δίκαιο στην Ευρώπη», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2000).

Πατήστε στην εικόνα για να ανοίξει

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΤΟΜΟΥ 

 

Το πρόβλημα της αντικατάστασης του Πρωθυπουργού αποτελεί ζήτημα «οριακό», υπό την έννοια της σπάνιας και εξαιρετικής περίπτωσης. Οι οριακές καταστάσεις προσφέρουν την ευκαιρία αναμέτρησης με ευρύτερα θεωρητικά ζητήματα, με την καθαρότητα που τους προσδίδει η οριακότητα, η διαφορετικότητα και η υφέρπουσα συγκρουσιακή λογική. Στις καταστάσεις αυτές η λειτουργία των θεσμών και ο ρόλος των πολιτειακών οργάνων αποκρυσταλλώνονται στην «τελική» σημασία τους, με το δυσδιάστατο νόημα της λέξης τέλος. Η εξαιρετική περίπτωση αποτελεί τον μίτο για μια εξαντλητική ενασχόληση, σε μεγάλο εύρος και βάθος, με ζητήματα που υπερβαίνουν τα στενά όρια της ίδιας της αφετηριακής περίπτωσης. Υπό αυτή την έννοια, συμπυκνώνοντας περισσότερα θεωρητικά προβλήματα, η μελέτη της εξαιρετικής περίπτωσης λειτουργεί ως έναυσμα «σπουδής» του συνταγματικού δικαίου, πολλώ μάλλον εφόσον προσεγγίζεται και de constitutione ferenda.
Ο τίτλος και το θέμα του βιβλίου θα μπορούσαν ενδεχομένως να προϊδεάσουν τον αναγνώστη ότι πρόκειται για μια μελέτη επικεντρωμένη σε ένα πολύ ειδικό, τεχνικό και αυστηρά οριοθετημένο πρόβλημα του συνταγματικού δικαίου. Πράγματι, το πρόβλημα είναι συγκεκριμένο και οριοθετείται από τους σκοπούς της μελέτης, που είναι η ερμηνεία του άρθρου 38 παρ. 2 του Συντάγματος και η κριτική επεξεργασία της πρότασης αναθεώρησής του. Όμως, η πραγμάτευσή του προϋποθέτει την αναγωγή σε πλείστα όσα ζητήματα, που υπερβαίνουν την – ούτως ή άλλως απρόσφορη για την ύλη που ρυθμίζει το Σύνταγμα– στενή δογματική (: γραμματική-λογική) ερμηνεία μιας διάταξης. Μερικά παραδείγματα: Η απάντηση στο ερώτημα αν διαπιστώνεται στην περίπτωση της αδυναμίας του Πρωθυπουργού να ασκήσει τα καθήκοντά του συνταγματικό κενό και η αναζήτηση τρόπων πλήρωσης αυτού προϋποθέτουν την αναγωγή σε ζητήματα μεθόδου και συνταγματικής ερμηνείας. η αναζήτηση της ratio της κρίσιμης διάταξης απαιτεί αναπόφευκτα την αναγωγή στις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές και στη λογική του πολιτεύματος. η ανάλυση του ερωτήματος ποιά όργανα είναι αρμόδια για την αντικατάσταση του Πρωθυπουργού επιτάσσει την προσέγγιση του ρόλου των άμεσων οργάνων του κράτους και της μεταξύ τους διαπλοκής. η κριτική του αναθεωρητικού εγχειρήματος δεν είναι εφικτή χωρίς τον εντοπισμό κριτηρίων συνταγματικής πολιτικής.
Είναι αξιοσημείωτο ότι το πρόβλημα της αντικατάστασης του Πρωθυπουργού δεν είχε απασχολήσει εκτενώς την ελληνική συνταγματική επιστήμη μέχρι το Νοέμβριο-Δεκέμβριο του 1995, όταν λόγω της ασθένειας του τότε Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου τέθηκε ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 38 παρ. 2 του Συντάγματος. Μέχρι τότε οι αναφορές στο θέμα αυτό ήταν ελάχιστες και περιορίζονταν σε λίγες γραμμές, εντοπιζόμενες κυρίως σε συστηματικά έργα συνταγματικού δικαίου, εν αντιθέσει προς το ζήτημα της αναπλήρωσης του Πρωθυπουργού για το οποίο ο επιστημονικός λόγος υπήρξε πλουσιότερος. Ωστόσο ούτε μετά την περίοδο της ασθένειας του Ανδρέα Παπανδρέου, κατά την οποία δημοσιεύθηκαν ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές προσεγγίσεις της διάταξης (κυρίως στον τύπο, και λίγο αργότερα σε επιστημονικά περιοδικά) φαίνεται το θέμα να απασχόλησε εκ νέου τη συνταγματική επιστήμη στην έκταση που θα άρμοζε εκ της σημασίας του. Η θέση του Πρωθυπουργού στο αμιγές κοινοβουλευτικό σύστημα, όπως κατοχυρώθηκε συνταγματικά και στη χώρα μας μετά την αναθεώρηση του 1986, είναι αναμφισβήτητη. Εύλογο είναι, λοιπόν, ότι η διάταξη περί αντικαταστάσεώς του χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Ήδη η πάροδος της επικαιρότητας του προβλήματος επιτρέπει μια πιό νηφάλια και αποστασιοποιημένη προσέγγισή του, στο μέτρο άλλωστε που ο επιστημονικός λόγος είναι πλέον απαλλαγμένος από την υποψία ότι εξυπηρετεί συγκεκριμένες επιλογές σε μια δεδομένη πολιτική συγκυρία.
Αυξημένη προσοχή στην εν λόγω διάταξη ήταν σκόπιμο και αναγκαίο να αποδοθεί και από τον αναθεωρητικό νομοθέτη. Η διάταξη του άρθρου 38 παρ. 2 του Συντάγματος συμπεριελήφθη ομόφωνα στις αναθεωρητέες. Η αναθεώρηση του Συντάγματος προϋποθέτει βέβαια την ερμηνεία του. Η απουσία εκτεταμένης συζήτησης επί του θέματος τόσο στην Επιτροπή όσο και στην Ολομέλεια της προηγούμενης Βουλής ενδεχομένως να υπήρξε η αιτία που τα περιθώρια αναδιατύπωσης της διάταξης συρρικνώθηκαν, δεδομένου ότι τόσο οι διατάξεις περί αναπληρώσεως όσο και αυτές περί παραιτήσεως της Κυβέρνησης δεν περιελήφθησαν στην πρόταση αναθεώρησης, με συνέπεια να μην καθίσταται δυνατή η συνολική προσέγγιση των συστηματικά αλληλένδετων αυτών θεμάτων από τη δεύτερη αναθεωρητική Βουλή.
Η παρούσα μελέτη κινείται, λοιπόν, πάνω σε δύο άξονες : Αφ’ ενός, επιχειρείται η ερμηνευτική προσέγγιση της ισχύουσας διάταξης του άρθρου 38 παρ. 2 του Συντάγματος, με έμφαση στα προβλήματα που ανέκυψαν όταν τέθηκε ζήτημα εφαρμογής της, την περίοδο ασθένειας του Ανδρέα Παπανδρέου στα τέλη του 1995. Αφ’ ετέρου, με βάση και τα συμπεράσματα της προηγούμενης ανάλυσης, διατυπώνονται σκέψεις για τις κατευθύνσεις του αναθεωρητικού εγχειρήματος όσον αφορά την εν λόγω διάταξη.
Η ρύθμιση του άρθρου 38 παρ. 2 του Συντάγματος 1975/1986 δεν εμφανίζεται, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, να εισάγει ουσιώδεις διαφοροποιήσεις ως προς τις πρακτικές συνέπειες και τις ακολουθητέες διαδικασίες που θα επέτασσαν οι γενικότερες συνταγματικές ρυθμίσεις περί ανάδειξης και παραίτησης της Κυβέρνησης. Πέραν τούτου, καλύπτει μόνο την περίπτωση μονοκομματικών Κυβερνήσεων απόλυτης πλειοψηφίας ή Κυβερνήσεων όπου είναι σαφές και δεδομένο ότι το δεσπόζον κόμμα υποδεικνύει τον Πρωθυπουργό. Με αφετηρία ωστόσο αυτή την προδιάθεση, η ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 38 παρ. 2 Συντ. αποτελεί έναυσμα για την πραγμάτευση μιας σειράς ιδιαιτέρως κρίσιμων ζητημάτων του συνταγματικού δικαίου.
Η επίμαχη διάταξη τέθηκε σε εφαρμογή μια και μόνη φορά, κατόπιν παραιτήσεως του βαρέως ασθενούς Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου στις 15 Ιανουαρίου 1996. Ωστόσο, η συζήτηση που προηγήθηκε της παραίτησης του Ανδρέα Παπανδρέου, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της δίμηνης παραμονής του στο νοσοκομείο, ανέδειξε τα ποικίλα ερμηνευτικά προβλήματα που αναφύονται: Πρώτον, το ερώτημα αν η επίμαχη διάταξη καλύπτει και την περίπτωση της αδυναμίας του Πρωθυπουργού να ασκεί τα καθήκοντά του ή περιορίζεται στις περιπτώσεις του θανάτου και της παραίτησης. Περαιτέρω, αν διαπιστώνεται εν προκειμένω η ύπαρξη συνταγματικού κενού και πώς θα ήταν ορθό να πληρωθεί. Δεύτερον, ποιός είναι ο ρόλος της Κυβέρνησης και της Βουλής στην περίπτωση της αδυναμίας του Πρωθυπουργού να ασκήσει τα καθήκοντά του και πώς καθίσταται δυνατή η παρέμβαση τους για την αντιμετώπιση της εξαιρετικής αυτής κατάστασης. Τρίτον, ποιά είναι τα περιθώρια ανάληψης ρυθμιστικών πρωτοβουλιών από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Τέταρτον, πώς οριοθετείται από το Σύνταγμα η λειτουργία της κοινοβουλευτικής ομάδας στο πλαίσιο της αντικατάστασης του πρωθυπουργού και μέχρι ποιου σημείου μπορεί να εκτείνεται η επιρροή του πολιτικού κόμματος στην απόφαση αυτή. Η διαπίστωση των ερμηνευτικών δυσχερειών που παρουσιάζει η διάταξη οδήγησε την προηγούμενη Βουλή να προτείνει, στο πλαίσιο της αναθεωρητικής πρωτοβουλίας που έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 1997, την αναθεώρηση της κρίσιμης διάταξης.
Μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση που συνάγεται από τη συζήτηση που διεξήχθη τόσο σε επιστημονικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο, σχετικά με το νόημα της διάταξης του άρθρου 38 παρ. 2 Συντ., είναι ότι το πρόβλημα της αντικατάστασης του Πρωθυπουργού ταυτίστηκε εν πολλοίς με τα πραγματικά περιστατικά της ασθένειας του Α. Παπανδρέου, γεγονός που διευκόλυνε μεν τον εντοπισμό των επίμαχων θεμάτων, όμως από την άλλη πλευρά δυσχέρανε τόσο την ερμηνευτική προσέγγιση της διάταξης κατά τρόπο νηφάλιο και αποστασιοποιημένο, όσο και τη συνακόλουθη διατύπωση της κατεύθυνσης αναθεώρησης της. Η συνταγματική και πολιτική ένταση εκείνης της περιόδου κατά κάποιον τρόπο λειτούργησε «μυθοποιητικά» για το πρόβλημα, προκαλώντας ταυτόχρονα μια δυσπιστία απέναντι στο ρόλο των άμεσων οργάνων του κράτους ως προς την αντιμετώπιση παρόμοιων περιπτώσεων. Η δυσπιστία αυτή δεν συνάδει με την φάση ωρίμανσης της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας και του κομματικού μας συστήματος.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εξαιρετική περίσταση του θανάτου, της παραίτησης ή της αδυναμίας του Πρωθυπουργού να ασκήσει τα καθήκοντά του, όσο σπάνια κι αν είναι, μπορεί να οδηγήσει σε πολιτική κρίση. Κατ’ αρχάς, εκ του γεγονότος και μόνο ότι μετά την αποψίλωση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά την συνταγματική αναθεώρηση του 1986, ο Πρωθυπουργός αποτελεί το «κυρίαρχο» κρατικό όργανο, συγκεντρώνοντας ένα ευρύτατο φάσμα αρμοδιοτήτων. Στο πρόσωπό του συμπίπτει κατά κανόνα, σύμφωνα και με τη θεσμική λογική του άρθρου 37 Συντ., η ιδιότητα του αρχηγού του πλειοψηφούντος πολιτικού κόμματος, του προέδρου της ισχυρότερης κοινοβουλευτικής ομάδας και του Προέδρου της Κυβέρνησης. Η επιλογή και η διάρκεια της θητείας των μελών της Κυβέρνησης εξαρτώνται από τον ίδιο. Ταυτόχρονα, στο πρόσωπο του συμβολίζεται με έναν ιδιαίτερο τρόπο η φυσιογνωμία του πολιτικού κόμματος που προτιμήθηκε από το εκλογικό σώμα. Η αντικατάσταση του λοιπόν, ως αποτέλεσμα έκτακτων συνθηκών, αποτελεί αναπόφευκτα μια διαδικασία εξόχως λεπτή, τόσο από συνταγματική όσο και από πολιτική σκοπιά.
Η ερμηνευτική προσέγγιση της κρίσιμης διάταξης και η αξιολόγηση των διαφορετικών απόψεων που έχουν διατυπωθεί προϋποθέτει την αναζήτηση της ratio, δηλαδή των δικαιολογητικών αρχών και των σκοπών που εξυπηρετεί. Το συμπέρασμα που συνάγεται από την αναζήτηση της ratio της διάταξης είναι ότι αποσκοπεί στην κυβερνητική σταθερότητα, στην αδιατάρακτη, χωρίς παρεμβάσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας και περιττές διαδικασίες ανάδειξη νέας Κυβέρνησης και στην ομαλή συνέχιση της θητείας της Βουλής. Με γνώμονα τη ratio της διάταξης επιχειρείται η αποσαφήνιση των επιμέρους ερμηνευτικών ζητημάτων που τέθηκαν.
Κατ’ αρχάς, η κριτική προσέγγιση των εναλλακτικών ερμηνειών της διάταξης ως προς το ερώτημα αν καλύπτει και την περίπτωση της αδυναμίας του Πρωθυπουργού, οδήγησε στο συμπέρασμα ότι εν προκειμένω διαπιστώνεται ηθελημένο, γνήσιο όμως συνταγματικό κενό, η πλήρωση του οποίου από τον εφαρμοστή μπορεί να επιτευχθεί είτε με ερμηνεία πέρα από τον κανόνα δικαίου, είτε με προσφυγή σε άλλα ερμηνευτικά επιχειρήματα. και, πάντως, ο εφαρμοστής δύναται να συμπληρώσει το κενό εφαρμόζοντας διασταλτικά το άρθρο 38 παρ. 2 Συντ. στο πλαίσιο ευρύτατων περιθωρίων εκτίμησης των περιστάσεων. Η κρίσιμη περίπτωση κινείται στα όρια μεταξύ δικαίου και πολιτικής και κατά συνέπεια καθίσταται επιβεβλημένη η αναγνώριση στον εφαρμοστή της δυνατότητας να σταθμίσει τα πολιτικά δεδομένα πριν προχωρήσει σε εφαρμογή της διάταξης.
Από την προσέγγιση του ρόλου της Βουλής, της Κυβέρνησης και του Προέδρου της Δημοκρατίας διαπιστώνεται ότι μόνον επικουρικώς έχουν τη δυνατότητα να συμβάλλουν στη διαχείριση της εξαιρετικής περίστασης που συνιστά η αντικατάσταση του Πρωθυπουργού σε περίπτωση αδυναμίας. Κατ’ αρχάς, η κατάθεση πρότασης δυσπιστίας ενώπιον της Βουλής, όπως αποδείχθηκε άλλωστε και στην περίπτωση της ασθένειας του Α. Παπανδρέου, θα οδηγούσε κατά πάσα πιθανότητα σε πολιτική πόλωση και συσπείρωση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, ακόμη και αν είχε ήδη ωριμάσει στους κόλπους της η απόφαση της αντικατάστασης. Σε αντίθετη πάλι περίπτωση, αν δηλαδή τμήμα της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας συνέπραττε με την αντιπολίτευση και καταψήφιζε τον μη δυνάμενο να ασκήσει τα καθήκοντά του Πρωθυπουργό, κατά πάσα πιθανότητα και αρχηγό του κόμματος, τότε η πολιτική ένταση θα διακινδυνεύονταν να οδηγήσει σε διάσταση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, με προφανές αποτέλεσμα τον κίνδυνο κυβερνητικής αστάθειας. Υπό αυτή την έννοια, η παρέμβαση της Βουλής θεωρείται εκ προοιμίου ατελέσφορη.
Ούτε η Κυβέρνηση διαθέτει ευρεία περιθώρια παρέμβασης. Το αίτημα παροχής ψήφου εμπιστοσύνης θα μπορούσε βέβαια πιο ανώδυνα από πολιτική σκοπιά να προκαλέσει την καταψήφιση της, όμως μια τέτοια απόφαση θα ήταν κατ’ αρχάς περιττή, εφόσον δεν διαφέρει κατ’ ουσίαν από μια απ’ ευθείας απόφαση της κοινοβουλευτικής ομάδας να αντικαταστήσει τον Πρωθυπουργό. επιπλέον, εμφανίζεται θεσμικά ανακόλουθη. Περαιτέρω, παραίτηση της Κυβέρνησης δεν συνεπιφέρει παραίτηση του Πρωθυπουργού, άρα δεν αποτελεί λύση σε περίπτωση που ο μη δυνάμενος να ασκήσει τα καθήκοντα του Πρωθυπουργός δεν αποφασίζει ή δεν μπορεί να υποβάλλει παραίτηση. Η θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι σαφώς οριοθετημένη από τις συγκεκριμένες αρμοδιότητες που του απονέμονται ρητά από το Σύντάγμα. Από τη στιγμή που η ενεργοποίηση του Προέδρου της Δημοκρατίας νομιμοποιείται μόνο όταν αυτό ρητά προβλέπεται, δεν χωρεί αμφιβολία ότι κατά τη διαδικασία αντικατάστασης του Πρωθυπουργού μπορεί να αναλάβει μόνο διαμεσολαβητικές πρωτοβουλίες διευκόλυνσης της επικοινωνίας μεταξύ των αρμοδίων πολιτειακών οργάνων, προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η επίτευξη συναινέσεων. Συνεπώς η συμβολή του στην κρίσιμη κατάσταση εξαρτάται κυρίως από το κύρος του και όχι από τυποποιημένες αρμοδιότητες.
Ιδιαιτέρως κρίσιμο είναι επίσης το πρόβλημα της σχέσης της κοινοβουλευτικής ομάδας με το κόμμα με το οποίο συνδέεται. Από την ερμηνευτική προσέγγιση της κρίσιμης διάταξης συνάγεται ότι αποκλειστικά αρμόδιο όργανο για την αντικατάσταση του Πρωθυπουργού και την υπόδειξη νέου αναγορεύεται η κοινοβουλευτική ομάδα. Ο ρόλος του πολιτικού κόμματος περιορίζεται στη διατύπωση ενός γενικού πολιτικού πλαισίου, χωρίς να υπεισέρχεται σε προτάσεις προσώπων ή διαδικασιών.
Με γνώμονα τα ερμηνευτικά προβλήματα που παρουσιάζει η διάταξη διαπιστώθηκε η ανάγκη αναθεώρησης της. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το περιεχόμενο της κατεύθυνσης της πρότασης αναθεώρησης που υπέβαλλε η προηγούμενη Βουλή δεσμεύει τη δεύτερη αναθεωρητική Βουλή, διαπιστώνονται εκείνα τα κριτήρια συνταγματικής πολιτικής που προσδίδουν διαφάνεια και συνοχή στο αναθεωρητικό εγχείρημα. Τα κριτήρια που αρμόζουν στη διάταξη περί αντικαταστάσεως του Πρωθυπουργού εξειδικεύονται στη δημοκρατική αρχή, την αρχή της αποτελεσματικότητας, την αρχή της αυτορρύθμισης του πολιτικού-κομματικού συστήματος, την αρχή του αμοιβαίου ελέγχου των πολιτειακών οργάνων και την αρχή της πολιτικής αξιοπιστίας. Η στάθμιση των κριτηρίων αυτών επιβάλλει την εφαρμογή της αρχής της πρακτικής εναρμόνισης. Στο μέτρο που το αναθεωρητικό εγχείρημα αποτελεί μια οιονεί ερμηνευτική διαδικασία, η αξιοποίηση των κριτηρίων συνταγματικής πολιτικής λειτουργεί κατά τρόπο ανάλογο με την αξιοποίηση της ratio κατά την ερμηνευτική προσέγγιση της διάταξης.
Η εφαρμογή των κριτηρίων συνταγματικής πολιτικής που αρμόζουν στο ζήτημα της αναθεώρησης της διάταξης περί αντικαταστάσεως του Πρωθυπουργού οδηγεί στα εξής συμπεράσματα : Πρώτον, δεν θεωρείται σκόπιμη η τυποποίηση του εύλογου χρόνου αναπλήρωσης του Πρωθυπουργού, ώστε η ενεργοποίηση των αρμοδίων οργάνων να εξαρτάται από την πάροδο ενός συνταγματικά καθορισμένου χρονικού σημείου. Δεύτερον, αναγκαία για την αποφυγή μιας μελλοντικής συνταγματικοπολιτικής έντασης σε περίπτωση αδυναμίας του Πρωθυπουργού να ασκήσει τα καθήκοντά του θεωρείται η ρητή καταγραφή στην περιπτωσιολογία του άρθρου 38 παρ. 2 Συντ. της αδυναμίας του Πρωθυπουργού. Επίσης επιβεβλημένη κρίνεται η ενιαία αντιμετώπιση των περιπτώσεων του θανάτου, της παραίτησης και της αδυναμίας του Πρωθυπουργού ως προς τη διαδικασία ανάδειξης νέου Πρωθυπουργού και κατά συνέπεια προτείνεται η διατήρηση τους στην περιπτωσιολογία της διάταξης. Τρίτον, όσον αφορά την αρμοδιότητα διαπίστωσης της ανάγκης να αντικατασταθεί ο Πρωθυπουργός σε περίπτωση αδυναμίας του να ασκεί τα καθήκοντά του, προτείνεται η πρωτοβουλία να λαμβάνεται από την κοινοβουλευτική ομάδα με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της, και η Βουλή να αποφασίζει επί της προτάσεως αυτής με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, που δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη των δύο πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
Από την ερμηνευτική προσέγγιση της διάταξης του άρθρου 38 παρ. 2 Συντ., τόσο de constitutione lata όσο και de constitutione ferenda, αναδεικνύεται η σημασία της : Πρώτον, ρυθμίζει με ιδιαίτερο τρόπο την περίπτωση της αδυναμίας του Πρωθυπουργού να ασκεί τα καθήκοντά του. Ελλείψει της κρίσιμης διάταξης δεν θα ήταν απίθανο να προκύψει συνταγματικό και πολιτικό αδιέξοδο. Αν ο μη δυνάμενος να ασκήσει τα καθήκοντά του Πρωθυπουργός δεν αποφάσιζε ή δεν μπορούσε να υποβάλει παραίτηση και, περαιτέρω, η πολιτική πόλωση ή οι κομματικοί συσχετισμοί δεν επέτρεπαν την ευόδωση μιας πρότασης δυσπιστίας ενώπιον της Βουλής, θα ανέκυπτε το φαινόμενο της «ακινησίας των θεσμών». Η ρύθμιση του άρθρου 38 παρ. 2 Συντ. δίνει διέξοδο στην εξαιρετική αυτή κατάσταση, αναδεικνύοντας την κοινοβουλευτική ομάδα σε ειδικό συνταγματικό όργανο για την επίμαχη περίπτωση. Δεύτερον, εισάγει διαφοροποίηση στη διαδικασία ανάδειξης του Πρωθυπουργού που προβλέπει το άρθρο 37 Συντ. Έτσι, στις περιπτώσεις θανάτου, παραίτησης ή αδυναμίας του Πρωθυπουργού να ασκήσει τα καθήκοντά του, ο εντολοδόχος υποδεικνύεται απευθείας από την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος στο οποίο ανήκει, κατά παράκαμψη του αρχηγού του κόμματος. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από το γεγονός ότι στην περίπτωση που στο πρόσωπο του αντικαθιστάμενου Πρωθυπουργού δεν συμπίπτει και η ιδιότητα του αρχηγού του κόμματος, ο τελευταίος δεν διαθέτει το τεκμήριο της άμεσης δημοκρατικής νομιμοποίησης από το εκλογικό σώμα.
Είναι αξιοσημείωτο ότι το 2001 κατά την αναθεώρηση του άρθρου 38 παρ. 2 Συντ., η Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή κινήθηκε εν τέλει στην κατεύθυνση των συμπερασμάτων της παρούσας μελέτης, διαφοροποιούμενη εν μέρει από την αρχική πρόταση που είχε διατυπωθεί στην προηγούμενη, προτείνουσα Βουλή.

 
< Προηγ.   Επόμ. >

Επιλογές

Advertisement

Επικοινωνία

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου-
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43, 106 72 Αθήνα
centre@cecl.gr