ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ Εκτύπωση
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 10/09/2007
 
Τόσο ο Πρωθυπουργός όσο και οι αρχηγοί των δυο κομμάτων της Αριστεράς σαφώς διατύπωσαν την απόφασή τους να μην αποδεχθούν τη συμμετοχή σε Κυβέρνηση συνεργασίας. Η απόφαση αυτή είναι αντίθετη στη λογική του Συντάγματος και πολιτικά επικίνδυνη. Το Σύνταγμα προβλέπει αναλυτικά στο άρθρο 37 τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για το σχηματισμό Κυβέρνησης σε περίπτωση που κανένα κόμμα δεν διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει διερευνητική εντολή διαδοχικά στους αρχηγούς των τριών πρώτων σε κοινοβουλευτική δύναμη κομμάτων, προκειμένου να διακριβωθεί η δυνατότητα σχηματισμού Κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής και, εφόσον αυτές οι εντολές δεν τελεσφορήσουν, καλεί τους αρχηγούς των κομμάτων σε μια τελευταία προσπάθεια διαμόρφωσης συνεργασιών.
Είναι προφανές ότι η διαδικασία αυτή έχει εκ προοιμίου ακυρωθεί στην πράξη από τη στιγμή που οι τρεις εκ των πέντε αρχηγών των κομμάτων που πιθανολογείται ότι θα έχουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση μετά τις εκλογές απέκλεισαν ήδη ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Θεωρούν δηλαδή περιττές τις εν λόγω συνταγματικές προβλέψεις στη συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία, επιχειρώντας να συσπειρώσουν τους ψηφοφόρους τους ενόψει των εκλογών. Η στάση αυτή ασφαλώς δεν μπορεί να θεωρηθεί αντισυνταγματική υπό την έννοια της παραβίασης μιας συνταγματικής ρύθμισης. Είναι, όμως, προδήλως αντίθετη στη λογική του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, όπως αποτυπώνεται στο Σύνταγμα, καθώς κατ’ ουσίαν παρακάμπτει συγκεκριμένες, συνταγματικές διαδικασίες που αποσκοπούν στην εξάντληση κάθε δυνατότητας σχηματισμού Κυβέρνησης. Κατ’ αυτό τον τρόπο ενισχύεται, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, ο δικομματισμός: Προκειμένου να αποφευχθεί η ακυβερνησία, ο πολίτης ωθείται να ψηφίσει τα κόμματα εξουσίας, και μάλιστα εκείνο που φαίνεται να συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες εκλογικής νίκης. Δεν αποκλείεται, όμως, αυτός ο «εξωθεσμικός εκβιασμός» να μην λειτουργήσει τελικά υπέρ της συσπείρωσης, αλλά να προκαλέσει μια πιο επιθετική αντίδραση των ψηφοφόρων, τη στιγμή μάλιστα που ήδη φαίνεται να γυρίζουν την πλάτη στα μικροκομματικά παιχνίδια.
Ταυτόχρονα η στάση αυτή εν προκειμένω φαίνεται να απαξιώνει τη λαϊκή ετυμηγορία: Εάν το εκλογικό σώμα δεν παράσχει με την ψήφο του σε κανένα κόμμα τη δυνατότητα σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης, αντί να αναζητηθούν οι αναγκαίες συνεργασίες, μέρος της πολιτικής τάξης προδικάζει την απόφαση για νέες εκλογές, με σκοπό να αναγκαστούν οι ψηφοφόροι να μεταβάλουν μέσα σε ελάχιστο χρόνο τις προτιμήσεις τους. Πρόκειται για ένα επικίνδυνο παιχνίδι, που όχι μόνο ενδέχεται να οδηγήσει τη χώρα σε ένα καθεστώς μακράς ακυβερνησίας, αλλά ιδίως συμβάλει στην απαξίωση και την αναξιοπιστία της πολιτικής και θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κρίση του πολιτικού συστήματος.
Μια στάση συνεπής προς τη λογική του πολιτεύματος θα απαιτούσε να αναμένουν τα κόμματα να εκφραστεί η λαϊκή βούληση, να αξιολογήσουν το εκλογικό αποτέλεσμα και κατόπιν, σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, να διερευνήσουν τις εναλλακτικές δυνατότητες σχηματισμού Κυβέρνησης. Η κλασική φράση ότι «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα» δεν σημαίνει ότι θα ήταν εύλογο να οδηγηθεί η χώρα σε συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις, με καταστροφικές συνέπειες για τη λειτουργία του κράτους και της οικονομίας, αλλά ότι το πολιτικό σύστημα διασφαλίζει, με βάση συνταγματικά κατοχυρωμένες διαδικασίες, την αναζήτηση της βέλτιστης μεταξύ περισσότερων εναλλακτικών λύσεων σε κάθε πολιτική συγκυρία. Όσο αποκλείουν εκ των προτέρων αυτές τις εναλλακτικές δυνατότητες, αναλαμβάνουν εν τέλει το ρίσκο να οδηγήσουν τη δημοκρατία σε αδιέξοδο.
 
< Προηγ.   Επόμ. >

Επιλογές

Advertisement

Επικοινωνία

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου-
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43, 106 72 Αθήνα
centre@cecl.gr