ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ Εκτύπωση
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 9/9/2008

Τι πολιτικές οφείλει να υιοθετήσει μια κυβέρνηση όταν διευρύνονται τα φαινόμενα φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού και περιθωριοποίησης; Ποιες κρατικές παρεμβάσεις απαιτούνται όταν η πραγματική ανεργία εκτοξεύεται σε επίπεδα που απειλούν την κοινωνική συνοχή, η ακρίβεια γίνεται έντονα αισθητή στις μεσαίες τάξεις και τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα διαβιούν σε συνθήκες που δεν χαρακτηρίζονται ως αξιοπρεπείς; Αν ληφθεί υπόψη ότι το Σύνταγμα επιτάσσει τη φορολογική δικαιοσύνη και κατοχυρώνει το κοινωνικό κράτος δικαίου ως θεμελιώδη αρχή που διέπει τη λειτουργία της πολιτείας, η απάντηση στα προηγούμενα ερωτήματα προκύπτει αβίαστα: Απαιτείται δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών, μέριμνα για τις κοινωνικά ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, ενίσχυση των οικονομικά ασθενέστερων.
Αντ’ αυτού όμως η κυβέρνηση ανακοινώνει δημοσιονομικές και φορολογικές επιλογές που δεν αρμόζουν σε ένα κοινωνικό κράτος δικαίου. Τη στιγμή που το ποσοστό των (κοινωνικά άδικων) έμμεσων φόρων στη χώρα μας κρίνεται ήδη υψηλό, επιλέγεται να αυξηθεί περαιτέρω. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται η κατάργηση του αφορολόγητου για τους ελεύθερους επαγγελματίες, που συνεπάγεται ότι θα επιβαρυνθούν πρωτίστως εκείνοι που έχουν οριακά ετήσια εισοδήματα. Εν ονόματι της πάταξης της φοροδιαφυγής επιβάλλεται κεφαλικός φόρος ιδίως σε νέους ανθρώπους που επιχειρούν τα πρώτα τους βήματα στην άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος. Δεν πρόκειται όμως μόνο για παρεμβάσεις ασύμβατες προς την αρχή της φορολογικής δικαιοσύνης, αλλά και για απροκάλυπτη παραδοχή της αναποτελεσματικότητας του κράτους. Πρόκειται για ομολογία της κυβέρνησης ότι οι εξαγγελίες περί πάταξης της φοροδιαφυγής δεν ήταν παρά κενή ρητορεία. Ακριβώς αυτή η αποτυχία αντιμετωπίζεται με αποφάσεις που πλήττουν τις χαμηλές και μεσαίες εισοδηματικές τάξεις, ενώ επιφέρουν ασήμαντες απώλειες για τα υψηλά εισοδηματικά στρώματα.
Ένα κράτος που δεν διστάζει να «επιτίθεται» στους πιο αδύναμους, λες και εκείνοι είναι υπεύθυνοι για την αναποτελεσματικότητά του, δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται ως κράτος δικαίου, αλλά ως κράτος αδίκου. Όταν η κυβέρνηση δεν τηρεί όσα υποσχέθηκε για να λάβει τη λαϊκή εντολή, δεν μπορεί να θεωρείται αξιόπιστη. Ούτε κρίνεται ως ορθή μια φορολογική πολιτική, η οποία πορεύεται με στόχο να καλύψει πρόχειρα τα ελλείμματα που προκλήθηκαν από την αλόγιστη αύξηση των δαπανών του Δημοσίου, τις απίστευτες γραφειοκρατικές επιβαρύνσεις και τις δυσλειτουργίες των μηχανισμών είσπραξης φόρων και εισφορών.
Τα νέα φορολογικά μέτρα επιβεβαιώνουν ότι σε μια σειρά δημόσιων πολιτικών η χώρα μας απομακρύνεται από επιλογές που να ανταποκρίνονται, έστω οριακά, στις επιταγές του Συντάγματος, αν και θεωρούνται σήμερα αυτονόητες σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη. Εν μέσω μιας εικονικής κατάστασης αφθονίας, η ελληνική κοινωνία βουλιάζει καθημερινά στη μιζέρια και την απογοήτευση. Όπως προκύπτει και από τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών, η απογοήτευση δεν αγγίζει την κυβέρνηση περισσότερο απ ό,τι την αξιωματική αντιπολίτευση, που θεωρείται εξίσου ανεπαρκής να προσφέρει λύσεις. Λαμβανομένου υπόψη του ελλείμματος του προγραμματικού λόγου των μικρότερων κομμάτων, το πολιτικό σύστημα φαίνεται να έχει εισέλθει σε βαθιά κρίση.
 
< Προηγ.   Επόμ. >

Επιλογές

Advertisement

Επικοινωνία

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου-
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43, 106 72 Αθήνα
centre@cecl.gr