ΟΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ Εκτύπωση
Εφημερίδα "ΈΘΝΟΣ", 3/11/2009
 
Σε μια περίοδο που η ανεργία καλπάζει και η φτώχεια έχει εγκατασταθεί πλέον σε ευρέα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, οι συγκρούσεις που προκαλεί το ζήτημα των προσλήψεων στο Δημόσιο δεν εκπλήσσουν. Για χιλιάδες οικογένειες, εδώ και αρκετές δεκαετίες, όνειρο ζωής αποτέλεσε ο διορισμός στο Δημόσιο, ως επιλογή που διασφαλίζει αξιοπρεπή βιοπορισμό και σταθερή επαγγελματική εξέλιξη, ενδεχομένως χωρίς αυξημένες υποχρεώσεις για όσους δεν αντιλαμβάνονται, όπως θα όφειλαν, τη δημοσιοϋπαλληλία ως λειτούργημα. Πολύ περισσότερο σήμερα, που η οικονομική κρίση συρρικνώνει τις ευκαιρίες πλήρους απασχόλησης ή επιχειρηματικής πρωτοβουλίας στον ιδιωτικό τομέα, το παραδοσιακό όνειρο της «αποκατάστασης» στο Δημόσιο για μεγάλο αριθμό ικανών νέων ανθρώπων μετατρέπεται σε σανίδα σωτηρίας.
Βέβαια η πρόσληψη στο Δημόσιο δεν έπαψε να προσεγγίζεται από την ελληνική κοινωνία ως διαδικασία άρρηκτα συναρτημένη με την πολιτική διαμεσολάβηση, τα πελατειακά δίκτυα και τις κομματικές διασυνδέσεις. Σε μια πολιτεία που δεν εμπνέει καμία εμπιστοσύνη στον πολίτη, ούτε πείθει ότι είναι προσανατολισμένη στην προστασία, την εξυπηρέτηση και τη μέριμνα γι’ αυτόν, η αναμενόμενη αντίδραση δεν είναι άλλη από τη διάχυση της διαφθοράς, της ανομίας και των σχέσεων «συνενοχής» σε όλα τα επίπεδα διασταύρωσης κράτους και κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, ορθολογική επιλογή των πολιτών είναι να επιβιώσουν μετέχοντας στο παρασιτικό μοντέλο λειτουργίας του κράτους και της οικονομίας.
Ποιους χρειάζεται όμως το Δημόσιο; Πώς αξιοποιούνται όσοι τελικά προσλαμβάνονται; Πόσοι θα επέλεγαν να εργαστούν στο Δημόσιο εάν η απόδοση αξιολογούνταν και οι μισθοί προσδιορίζονταν με γνώμονα και την επίτευξη προκαθορισμένων στόχων; Πώς μπορεί να διασφαλιστεί τελικά τόσο η αξιοκρατία στο σύστημα προσλήψεων όσο και η κάλυψη των προκηρυσσόμενων θέσεων από τους κατάλληλους ανθρώπους, που αποτελούν δύο αλληλένδετα, αλλά διαφορετικά αιτήματα;
Ο νέος υπουργός Εσωτερικών επέδειξε τόλμη και αποφασιστικότητα παγώνοντας όλες τις προσλήψεις στο Δημόσιο μέχρι να θεσπιστεί ένα νομοθετικό πλαίσιο που θα αποκαθιστά, αν μη τι άλλο, την αξιοκρατία κατά την επιλογή δημοσίων υπαλλήλων. Δεκαπέντε χρόνια μετά την κορυφαία τομή που επέφερε ο «νόμος Πεπονή» και η ίδρυση του ΑΣΕΠ, απαιτείται ριζική αναδιοργάνωση του συστήματος προσλήψεων, αφού έκτοτε οι πελατειακές σχέσεις επικράτησαν πάλι, αφενός με την εισαγωγή δεκάδων εξαιρέσεων στο αρχικά αδιάβλητο νομοθετικό πλαίσιο και αφετέρου μέσω της πριμοδότησης «ημετέρων» και της κακής χρήσης των συνεντεύξεων.
Όμως κατά τη μεταβατική περίοδο προς την αξιακή ανασυγκρότηση του συστήματος προσλήψεων χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να μην αδικηθούν άνθρωποι που επένδυσαν δημιουργικά χρόνια προετοιμάζοντας την είσοδό τους στο Δημόσιο με βάση τα μέχρι σήμερα ισχύοντα, επιλέγοντας επί παραδείγματι χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας ή μαθητείας προκειμένου να αποκτήσουν την προβλεπόμενη προϋπηρεσία, αντί να διεκδικήσουν περαιτέρω ακαδημαϊκά προσόντα, αφού μια τέτοια κατανομή στη μοριοδότηση είχε θεσπίσει το κράτος. Η αξιοκρατία και η επιλογή των καταλληλότερων αποτελούν υπέρτατα αγαθά, όμως η κατοχύρωσή τους χωρίς πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο σε άδικη ή αντισυνταγματική μεταχείριση, αλλά και σε περαιτέρω κλονισμό της εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος.
 
< Προηγ.   Επόμ. >

Επιλογές

Advertisement

Επικοινωνία

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου-
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43, 106 72 Αθήνα
centre@cecl.gr