ΤΟΜΕΣ ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ Εκτύπωση
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 20/4/2010

Έναν από τους κυριότερους λόγους που η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε τέλμα αποτελεί η χαμηλή της ανταγωνιστικότητα, η έλλειψη καινοτομίας, ο περιορισμένος επιχειρηματικός δυναμισμός της. Η ελληνική οικονομία δεν παράγει τίποτα νέο, συνεχίζοντας κατά βάση να ανακυκλώνει τις δύο παραδοσιακές της «βιομηχανίες», τη ναυτιλία και τον τουρισμό, που όμως επίσης υποχωρούν υπό το βάρος και της κρατικής αναποτελεσματικότητας.
Η αποτελμάτωση της ελληνικής οικονομίας είναι αλληλένδετη με την υποβάθμιση των ελληνικών πανεπιστημίων, με αξιοπρόσεκτες πάντως εξαιρέσεις ερευνητικής και διδακτικής αριστείας. Τα ελληνικά πανεπιστήμια μοιάζουν παγιδευμένα αφ’ ενός στον ασφυκτικό κρατικό εναγκαλισμό, που δεν επιτρέπει την πολυτυπία, την εξωστρέφεια και τη δημιουργικότητα και, αφ’ ετέρου, στα συντεχνιακά μικροσυμφέροντα μιας μειοψηφικής «ακαδημαϊκής νομενκλατούρας», που ενδιαφέρεται ιδίως για την αναπαραγωγή της και τη διατήρηση δημοσιοϋπαλληλικής ή νεποτικής υφής κεκτημένων. Τι μπορεί να περιμένει κανείς όταν, για παράδειγμα, σε μεγάλα πανεπιστημιακά τμήματα έχει καταγραφεί το φαινόμενο ο ένας στους τρεις διδάσκοντες να συνδέεται με στενούς οικογενειακούς δεσμούς με άλλους διδάσκοντες του ίδιου τμήματος; Όταν η «συναλλαγή» μεταξύ των υποψηφίων για τα πανεπιστημιακά αξιώματα και των φοιτητικών παρατάξεων αποτελεί συνήθη πρακτική; Όταν ο θεσμός του ασύλου δεν λειτουργεί πλέον για την προστασία της ελεύθερης διακίνησης ιδεών, αλλά για τον εκφοβισμό εκείνων που διαφωνούν με όσα ορισμένες «δυναμικές μειοψηφίες» θεωρούν θέσφατα; Όταν η αξιολόγηση των διδασκόντων διαπνέεται από πελατειακή ή γραφειοκρατική νοοτροπία;
Τα προβλήματα της πανεπιστημιακής διακυβέρνησης έχουν από μακρού επισημανθεί, όπως και η συσχέτισή τους με τη διαρκή υποβάθμιση των πανεπιστημιακών σπουδών. Καλύπτονται ωστόσο κατά κανόνα από μια συνωμοσία σιωπής ή συνενοχής, είτε για να μη διαταραχθούν οι ισορροπίες των αμοιβαίων μικροεξυπηρετήσεων είτε ακόμη και για να μη διακινδυνευθεί ο προπηλακισμός των παραφωνούντων, όπως έχει κατ’ επανάληψη συμβεί. Πώς μπορεί λοιπόν αξιόπιστα να διεκδικηθεί υπό αυτές τις συνθήκες η κατοχύρωση της αναγκαίας πανεπιστημιακής αυτονομίας; Παρ’ όλα αυτά, τη στιγμή που το δημόσιο πανεπιστήμιο νοσεί, υποχρηματοδοτείται, κακοδιοικείται, νομιμοποιώντας έτσι ταυτόχρονα τον εγκλωβισμό του στις κρατικές παρεμβάσεις, ο δημόσιος διάλογος για την ανώτατη εκπαίδευση επικεντρώνεται σε θέματα όπως η αναγνώριση των κολεγίων και των πτυχίων τους, η βάση του 10, ο μισθολογικός εξευτελισμός των καθηγητών.
Αναμφίβολα όλα αυτά είναι κρίσιμα. Όμως η ουσία του προβλήματος αφορά τη συνολική επαναθεμελίωση της αποστολής, της λειτουργίας και της διοίκησης των ελληνικών πανεπιστημίων, πριν απομειωθεί περαιτέρω το κύρος τους και τρωθεί η αξιοπιστία τους. Αν μη τι άλλο, μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν άδικη τόσο για τη «σιωπηλή πλειοψηφία» των υψηλού επιπέδου πανεπιστημιακών ερευνητών και διδασκόντων, που δεν αξιοποιούνται επαρκώς στο ελληνικό πανεπιστήμιο, όσο και για τους νέους των οποίων οι οικογένειες δεν θέλουν ή δεν μπορούν να καλύψουν τα έξοδα φοίτησης στα μείζονα πανεπιστήμια του εξωτερικού

 

 
< Προηγ.   Επόμ. >

Επιλογές

Advertisement

Επικοινωνία

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου-
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43, 106 72 Αθήνα
centre@cecl.gr