kontiadis.jpgΚΑΛΩΣΗΛΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΟΥ

Σε αυτήν θα βρείτε υλικό για την επιστημονική-ερευνητική δραστηριότητα και τις δημόσιες παρεμβάσεις μου, καθώς και πληροφορίες σχετικά με θέματα επιστημονικού ενδιαφέροντος, νέα βιβλία και εκδηλώσεις.
Επίσης, ειδικότερα για τους φοιτητές μου, πληροφόρηση σχετικά με τα μαθήματα και, ευρύτερα, ενημέρωση σε ακαδημαϊκά θέματα.

 

 

banner-home.png
Έφυγε από τη ζωή ο Δημήτρης Θ. Τσάτσος Εκτύπωση

Δημήτρης Θ. Τσάτσος. Στοχαστής της αμφισβήτησης.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Νομικό Βήμα", Ιούνιος 2010, σελ. 1105-1114.

Ι.

Σύμφωνα με μια κλασική κατηγοριοποίηση των δημιουργών και των στοχαστών, εισάγεται η διάκριση ανάμεσα σε αυτούς που στο πεδίο τους εξέφρασαν μία εποχή και σε εκείνους που την καθόρισαν. Ο Δημήτρης Τσάτσος στο επιστημονικό πεδίο του Συντάγματος, της Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας ανήκει στη δεύτερη κατηγορία στοχαστών. Δεν περιορίστηκε δηλαδή στη μελέτη και την προαγωγή του επιστημονικού του πεδίου, ούτε απλώς διεύρυνε τα ερευνητικά του όρια, αλλά εισήγαγε στοιχεία αλλαγής επιστημονικού παραδείγματος που, κατά την ορολογία του Thomas Kuhn, χαρακτηρίζουν τη δομή των επιστημονικών επαναστάσεων.
Όμως ο Τσάτσος δεν αφιερώθηκε αποκλειστικά στο θεωρητικό λόγο, δεν αποτέλεσε ποτέ έναν επιστήμονα εργαστηρίου, αλλά υπήρξε ταυτόχρονα διανοητής της πράξης. Παράλληλα με μια εκτενέστατη διεθνή και ελληνική επιστημονική εργογραφία, ο Τσάτσος δεν έπαυσε ποτέ να είναι παρών στο δημόσιο διάλογο, αξιολογώντας με διαρκείς παρεμβάσεις την πολιτειακή, την ευρωπαϊκή και τη συνταγματική πραγματικότητα και μετέχοντας με τον τρόπο αυτό ευθέως στην πολιτική ζωή, αδιαφορώντας για την ενόχληση που αυτό ενίοτε προκαλεί στους πολιτικούς δρώντες και για το προσωπικό κόστος που συνεπάγεται η αδιαπραγμάτευτη ανεξαρτησία του επιστημονικού λόγου.
Πέρα από τα προηγούμενα, ο Τσάτσος επέλεξε να αφιερώσει δύο σημαντικές περιόδους της ζωής του στην ενεργό πολιτική, επιτυγχάνοντας ωστόσο να μην γίνει ποτέ επαγγελματίας πολιτικός. Αντίθετα, η ιστορική συγκυρία τού επέτρεψε να αξιοποιήσει τα εργαλεία της επιστήμης του στην πολιτική πράξη. Και αντίστροφα όμως, ο επιστημονικός του λόγος δεν αποτέλεσε μόνο κατευθυντήριο άξονα της πολιτικής του δράσης, αλλά εμπλουτιζόταν διαρκώς σε μια διαδραστική σχέση με την πολιτική πράξη, δοκιμάζοντας τις αντοχές του στη λειτουργούσα πολιτεία. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ένα από τα πιο πρόσφατα βιβλία του Τσάτσου έχει τον τίτλο «Πολιτικός και επιστημονικός λόγος», όπου υποστηρίζει ότι «η διαμόρφωση της ελεύθερης πολιτικής βούλησης στη σύγχρονη δημοκρατική πολιτεία προϋποθέτει αφ’ ενός την τελική πρωταρχικότητα του πολιτικού λόγου, αφ’ ετέρου όμως και μια πολιτική με επιστημονική ευθύνη και μια επιστήμη με πολιτική ευθύνη».
Ο Δημήτρης Τσάτσος υπήρξε λοιπόν μια προσωπικότητα του forum publicum, μια προσωπικότητα επιστημονική, πολιτική και κοινοβουλευτική, με παρουσία στη Βουλή των Ελλήνων, την Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή που εκπόνησε το Σύνταγμα του 1975, αλλά και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Μια προσωπικότητα με ακαδημαϊκή καταξίωση στην Ελλάδα και τη Γερμανία, όπου διαμόρφωσε δεκάδες επιστημόνων και σημερινών πανεπιστημιακών δασκάλων, μια προσωπικότητα με διαρκή παρουσία στη δημόσια σφαίρα.


ΙΙ.

Ο Δημήτρης Τσάτσος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1933 και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου το 1960 αναγορεύθηκε διδάκτορας. Την περίοδο 1960-1967 εργάζεται ως επιμελητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης και ακολούθως του Πανεπιστημίου του Mainz, καθώς και ως ερευνητής στο Ινστιτούτο Max Planck.
Οι πνευματικές καταβολές και οι εκλεκτικές επιστημονικές του συγγένειες έχουν ρίζα τον Θεμιστοκλή Τσάτσο. Στον πρόλογο του α΄ τόμου του τρίτομου Συνταγματικού Δικαίου του, ο Δημήτρης Τσάτσος εξομολογείται: «Τις βασικές μεθοδολογικές και πολιτειολογικές μου αφετηρίες οφείλω στον πρώτο και βασικό μου δάσκαλο και πατέρα μου Θεμιστοκλή Τσάτσο. Εξακολουθώ να στηρίζομαι στις “Γενικές Αρχές του Πολιτειακού Δικαίου” και στο “Πρόβλημα της ερμηνείας του Συντάγματος”, έργα που κατά τη γνώμη μου χάραξαν νέα εποχή στην ιστορία της πολιτειολογίας και της συνταγματικής θεωρίας».  Τη δεύτερη μείζονα επιρροή του Δημήτρη Τσάτσου από τον χώρο της ελληνικής πολιτειολογικής και συνταγματικής θεωρίας αποτελεί ο Αλέξανδρος Σβώλος, που με το έργο του ανέδειξε την πολιτική διάσταση του συνταγματικού δικαίου. Όπως σημειώνει ο Τσάτσος, «το έργο του Σβώλου εκφράζει τη μεγάλη τομή και τη μεγάλη στροφή του κλάδου από τον παραδοσιακό φιλελευθερισμό στην ιδέα του κοινωνικού κράτους».  Σε αυτή ακριβώς την κοινωνική διάσταση της σύγχρονης δημοκρατίας θα αφιερώσει ένα σημαντικό τμήμα της σκέψης του και ο ίδιος ο Τσάτσος, αναλύοντας την πολυσήμαντη λειτουργία της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου για την ερμηνεία του Συντάγματος.
Η επιστημονική σκέψη και δράση του Δημήτρη Τσάτσου έχει διπλή ιθαγένεια, είναι ελληνική και γερμανική. Το 1968 ανακηρύσσεται υφηγητής του συνταγματικού δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά η δικτατορία δεν του επιτρέπει τη διδασκαλία. Την ίδια χρονιά ανακηρύσσεται υφηγητής του συνταγματικού, διοικητικού και συγκριτικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Βόννης, όπου διδάσκει από το 1969 έως το 1974.
Από τη γερμανόφωνη συνταγματική και πολιτειολογική σκέψη ο Τσάτσος αξιοποιεί και συνδιαλέγεται επιστημονικά ιδίως με το έργο του Konrad Hesse, που προσεγγίζει το Σύνταγμα υπό το πρίσμα και ιστορικοπολιτικών εργαλείων,  και του Peter Häberle, του οποίου τη θεωρία περί ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού  εμπλουτίζει και επεξεργάζεται συστηματικά στο πλαίσιο της αντίληψής του για την ευρωπαϊκή συμπολιτεία.  Πρόκειται για δυο από τους επιφανέστερους συνταγματολόγους της μεταπολεμικής Γερμανίας, που με το έργο τους πέτυχαν τη στροφή προς ένα μεταθετικιστικό ερμηνευτικό παράδειγμα. Η ογκώδης συγγραφική παραγωγή του Τσάτσου στη γερμανική βιβλιογραφία έτυχε ευρύτατης απήχησης στη διεθνή και την ευρωπαϊκή επιστημονική κοινότητα.


ΙΙΙ.

Αν όμως οι επιστημονικές καταβολές του Τσάτσου εντοπίζονται σε στοχαστές που κατ’ εξοχήν επιχείρησαν να αναδείξουν την άρρηκτη σχέση του δικαίου, ιδίως του δημοσίου δικαίου, με την ιστορία και την πολιτική, ωστόσο την καθοριστικότερη στιγμή στη διαμόρφωση της επιστημονικής του προσωπικότητας αποτέλεσε η αναμέτρηση με μια τραυματική περίοδο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Είναι η στιγμή της κατάλυσης της δημοκρατικής συνταγματικής νομιμότητας και των δικαιοκρατικών εγγυήσεων, όπου η έρευνα του συνταγματικού δικαίου πραγματοποιείται σε συνθήκες που απαιτούν τελικά τη στράτευση σε συγκεκριμένες αξίες.
Μπροστά σε αυτή την πρόκληση ο Τσάτσος δεν σφυρηλατεί μόνο τη φυσιογνωμία του μαχητικού επιστήμονα, που δεν αποστασιοποιείται από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, που δεν διστάζει να μετάσχει ενεργά στο πολιτειακό γίγνεσθαι, του δασκάλου που αμφισβητεί διαρκώς την ίδια του τη γνώση, του δημοκράτη συνταγματολόγου, αλλά πέρα από αυτά αναλαμβάνει την ατομική πολιτική ευθύνη του επιστήμονα, μετέχοντας ενεργά στην αντίσταση κατά της δικτατορίας, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται και βασανίζεται για τέσσερις μήνες ως πολιτικός κρατούμενος στις στρατιωτικές φυλακές της ΕΑΤ/ΕΣΑ. Η αντιστασιακή του δράση βρίσκει τη συνέχειά της με την ανάληψη της ευθύνης για την αποχουντοποίηση των Πανεπιστημίων, ως Υφυπουργός Ανώτατης Παιδείας στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας το 1974. Την ίδια περίοδο σχεδιάζει τον πρώτο δημοκρατικό νόμο για την οργάνωση της ανώτατης εκπαίδευσης.
Η αντιδικτατορική πράξη συνοδεύεται από έναν ριζοσπαστικό πολιτικό λόγο, σε μια εποχή όπου τίθενται θεμελιώδη ερωτήματα για τη συγκρότηση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Στη συγκυρία αυτή ο Τσάτσος, εκλεγμένος βουλευτής πλέον, αναλαμβάνει εκ μέρους του συνόλου της αντιπολίτευσης να εκφράσει τον αντίλογο προς το σχέδιο Συντάγματος που υπέβαλε η Κυβέρνηση Καραμανλή, ως Γενικός Εισηγητής της Μειοψηφίας στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή.  Ταυτόχρονα διατυπώνει ένα εναλλακτικό σχέδιο για την οργάνωση της πολιτικής εξουσίας, τη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων και τη σχέση κράτους, ατόμου και συλλογικών διεκδικήσεων. Και, ακόμη, διατυπώνει με ολοκληρωμένο τρόπο, ρηξικέλευθο για την Ελλάδα της εποχής εκείνης, την αντίληψη ενός σύγχρονου πανεπιστημίου των ομάδων, με ενεργό ρόλο στην αυτοδιοίκησή του και από την πλευρά των φοιτητών.


IV.

Το 1975 ο Τσάτσος εκλέγεται τακτικός καθηγητής στην έδρα Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τέσσερα χρόνια αργότερα τακτικός καθηγητής στην έδρα Δημοσίου Δικαίου και Πολιτειολογίας στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Hagen της Γερμανίας. Το 1982 εκλέγεται καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Η ολοκληρωμένη πλέον ενσωμάτωση του Τσάτσου στους επίσημους ακαδημαϊκούς θεσμούς συμπίπτει ωστόσο με την άρθρωση ενός ριζοσπαστικού λόγου, που αμφισβητεί την παραδοσιακή λειτουργία του Πανεπιστημίου και θεμελιώνεται στην εις βάθος επεξεργασία της έννοιας της Αμφισβήτησης.
Το 1977 δημοσιεύει το βιβλίο του «Αμφισβήτηση». Πρόκειται για ένα έργο, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, το οποίο θα εμπλουτίσει και θα επανεκδόσει επαυξημένο τέσσερις φορές  κατά την 25ετία 1977-2002, όπου συμπυκνώνει τις βασικές αρχές της κοσμοαντίληψής του, εκείνα τα θεμελιώδη αναλυτικά εργαλεία που αξιοποιεί άλλωστε και στα συστηματικά του έργα για το Σύνταγμα, τη Δημοκρατία και την Ευρώπη, περιλαμβάνοντας όμως εδώ και επώδυνες αυτοβιογραφικές εξομολογήσεις.
Ήδη στις πρώτες σελίδες της «Αμφισβήτησης», ο Τσάτσος αποσαφηνίζει την αντίληψή του για τη σχέση ανάμεσα στις ρίζες, την καταγωγή του δρώντος υποκειμένου και τη συνείδησή του, χρησιμοποιώντας ως αφετηρία την εμπειρία του από την αποχουντοποίηση των πανεπιστημίων: «Θυμάμαι τις μέρες του Σεπτεμβρίου 1974, όταν η ομάδα που συγκρότησα στο υφυπουργείο Ανωτάτης Παιδείας, στην κυβέρνηση της μεταπολίτευσης (Δημήτρης Μαρωνίτης, Δημήτρης Φατούρος, Παναγιώτης Κανελλάκης), διαμόρφωσε τα μέτρα κάθαρσης στα πανεπιστήμια, τις πρώτες φοιτητικές εκλογές και το πρώτο σχέδιο νόμου πλαισίου για τα ΑΕΙ. Με πλησίασαν τότε έντρομα τα άσπρα μαλλιά, σύμβολα άλλοτε της καλόπιστης αρτηριοσκλήρωσης και με ρώτησαν “γιατί κτυπώ τις ρίζες μου”. Υποθέτω πως εννοούσαν τη σύγκρουσή μου με ένα “κατεστημένο” από το οποίο, υποτίθεται, πως και εγώ προέρχομαι, ή στο οποίο προσπαθεί να με εντάξει ο λαϊκισμός. Τότε η απάντησή μου ήταν η πολιτική μου πράξη. Τώρα σημειώνω και τούτο: ο άνθρωπος γεννιέται με ρίζες. Αποκτά όμως και τη δική του συνείδηση. Πολλές φορές οι ρίζες από τις οποίες κανείς προέρχεται συγκρούονται με τη συνείδησή του. Το προκαθορισμένο, με τον αυτοκαθορισμό. Αλλά η “ρίζα” είναι μόνο τότε έντιμη υπόθεση, όταν υποχωρεί μπρος από τη συνείδηση».
Τι σημαίνει όμως για τον Τσάτσο η έννοια «αμφισβήτηση»; Ο τρόπος που νοηματοδοτεί τον όρο αναδεικνύει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την άρρηκτη σχέση ανάμεσα στο θεωρητικό στοχασμό και την πολιτική πράξη, ανάμεσα στην επιστήμη και την πολιτική. Σε τελική ανάλυση η αμφισβήτηση αποτελεί υποχρέωση του δασκάλου και του θεωρητικού της Πολιτείας, του Συντάγματος και των θεσμών, η οποία απορρέει από τη διαρκώς παρούσα πολιτική ευθύνη του επιστημονικού λόγου. Ο Τσάτσος ορίζει την Αμφισβήτηση ως την αντίθεση απέναντι στον αντικειμενικό κόσμο, απέναντι στα πολιτικά δεδομένα, μια αντίθεση που πρέπει κατ’ ανάγκην να εξωτερικευθεί. Όπως γράφει, «ως αμφισβήτηση εννοώ μια εξωτερίκευση της αντίθεσης, έτσι που ο αντικειμενικός κόσμος, το πολιτικό δεδομένο να αγγίζεται, να θίγεται, να απειλεί. Εννοώ μια διαμαρτυρία με την οποία τέλος πάντων κάτι διακινδυνεύεται. Με άλλα λόγια, η αμφισβήτηση ή είναι πράξη κοινωνική ή δεν είναι Αμφισβήτηση. Όταν αμφισβητώ δεν διαφωνώ απλά. Η Αμφισβήτηση εμπεριέχει κι ένα στοιχείο “ασυμβίβαστου”, είναι άρνηση μιας εγκυρότητας, είτε αυτή η εγκυρότητα είναι κοινωνική, είτε ηθική, είτε γνωσιοθεωρητική». 
Ακριβώς υπό αυτό το πρίσμα αντιλαμβάνεται ο Τσάτσος και την πανεπιστημιακή λειτουργία. Στην «Αμφισβήτηση» ξεκαθαρίζει ότι «η αποστολή της διδασκαλίας δεν είναι η αναπαραγωγή ομοιωμάτων μας. Αντίθετα, είναι εξοπλισμός του διδασκόμενου με τα μέσα να γίνει αυτοδύναμος αμφισβητίας, και αν το θέλει, και αν το λέει η καρδιά του, και αν το θέλει η ιστορία –γιατί όχι;– και επαναστάτης».  Μόνο με επίγνωση της θεωρίας του Τσάτσου για την Αμφισβήτηση, ως κορυφαία στιγμή της ανθρώπινης επικοινωνίας, μπορεί να προσεγγιστεί σε βάθος το έργο του και η αντίληψή του για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Πώς ορίζει όμως ο Τσάτσος στην «Αμφισβήτηση» τη δημοκρατία; «Η Δημοκρατία, εκτός από όσα εορταστικά, ενθουσιαστικά, έγχρωμα και τραγουδιστά κάθε φορά στις εκλογές της αποδίδονται, είναι και κάτι πάρα πολύ σοβαρό, το σοβαρότερο, που στηρίζει τη συμβίωση των ανθρώπων: είναι διαδικασία. Είναι η συμφωνημένη διαδικασία για την παραγωγή πολιτικής βούλησης, είναι κυρίως η συμφωνημένη διαδικασία της διαφωνίας».  Δημοκρατία για τον Τσάτσο σημαίνει λοιπόν πρώτα απ’ όλα θεσμοποιημένη, κατοχυρωμένη και επιβεβλημένη άρθρωση της αμφισβήτησης, της διαφωνίας, της διαμαρτυρίας, των οποίων η δυνατότητα έκφρασης αφορά ιδίως εκείνα τα πεδία και τους χώρους όπου επιχειρείται συστηματικά η από καθέδρας επιβολή ενός Λόγου που διεκδικεί το αλάθητο, το αναντίρρητο, το ακαταμάχητα ορθό, το μη επιδεχόμενο αμφισβήτησης. Ένας τέτοιος χώρος ήταν το παραδοσιακό πανεπιστήμιο, είναι οι περιχαρακωμένες αυλές των ηγετών, ήταν και σε σημαντικό βαθμό παραμένουν τα πολιτικά κόμματα.
Σε όλα αυτά τα πεδία ο Τσάτσος άσκησε επίμονα την ελευθερία αλλά και το καθήκον της Αμφισβήτησης, αναλαμβάνοντας την πολιτική του ευθύνη και το κόστος που επιφέρει η προσωποποίηση των πολιτικών συγκρούσεων. Όπως γράφει στον πρόλογο της 3ης έκδοσης της Αμφισβήτησης, «τελικά χρειάζεται μεγάλη αντοχή σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, η συμπεριφορά που δεν στηρίζει την εξουσία. Αντοχή σε ό,τι πιο χυδαίο και εξοντωτικό βρήκε ο άνθρωπος για να βάζει τάξη στη σκέψη του άλλου».


V.

Αυτή η αντίληψη του Τσάτσου είναι συνδεδεμένη με τον ίδιο το χαρακτήρα και την προσωπικότητά του. Παραφράζοντας τον Νίτσε, ο χαρακτήρας και η προσωπικότητά του επηρεάζουν το ίδιο το έργο, επηρεάζουν τη μέθοδο, επηρεάζουν τις κοσμοαντιλήψεις του. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι στη βάση της συνταγματικής θεωρίας του Δημήτρη Τσάτσου τίθεται η άποψη ότι ο κύκλος των ερμηνευτών του Συντάγματος επεκτείνεται στο σύνολο των υποκειμένων που λαμβάνουν μέρος στις πολιτικές διαδικασίες. Στην πλουραλιστική συνταγματική θεωρία της ανοιχτής κοινωνίας, ο Τσάτσος τονίζει τη συμμετοχή και την «ευθύνη όλων των παραγόντων του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι στον καθορισμό και ανακαθορισμό των συνταγματικών εννοιών».
Ωστόσο η αλληλεπίδραση δικαίου και πολιτικής δεν αναιρεί την υποταγή της πολιτικής στο δίκαιο, πράγμα που εκφράζεται πρωτίστως με το αίτημα της επιχειρηματολογίας, στο πλαίσιο μιας έλλογης διυποκειμενικής επικοινωνίας.  Δεν είναι εξάλλου τυχαία η διατύπωση από τον Δημήτρη Τσάτσο της συνταγματικής αρχής της πολιτικής αξιοπιστίας, που σημαίνει την εμπιστοσύνη που προκαλεί η πολιτική και θεσμική πράξη όταν ο δηλούμενος ρόλος είναι ο αληθινός, δηλαδή ο θεσμικά ηθελημένος.
Τόσο η ανοιχτή μέθοδος ερμηνείας του Συντάγματος όσο και η ανάδειξη της αξιοπιστίας σε συνταγματική αρχή αποτελούν άρρηκτο τμήμα της επιστημονικής προσωπικότητας του Τσάτσου και της φυσιογνωμίας του ως πολιτειολόγου, που του δίνει μια ξεχωριστή θέση στους εκπροσώπους του δημοκρατικού συνταγματισμού. Ο Τσάτσος προσγειώνει τη συνταγματική θεωρία με την ιστορία, σε αυτό που ονομάζει ιστορικότητα του Συντάγματος, θεωρώντας ότι στο ηθικό-πολιτικό του σχέδιο περιλαμβάνεται το αίτημα για δημοκρατική υπέρβαση της στεγανής διάκρισης μεταξύ κράτους και κοινωνίας.
Ο ερμηνευτικός σχετικισμός του Τσάτσου είναι αλληλένδετος με τις αντιλήψεις του τόσο για την ανεκτικότητα σε σχέση με τη διαφωνία όσο και για τη δημοκρατική υποχρέωση της αμφισβήτησης. Η ερμηνεία του Συντάγματος συνιστά κατά τον Τσάτσο μια ανοιχτή διαδικασία, στην οποία συμπράττουν πολλές κατηγορίες ερμηνευτών, από τις οποίες καμία δεν μπορεί να διεκδικήσει το προνόμιο της αποκλειστικής γνώσης του «ορθού». Τα εκάστοτε αρμόδια όργανα, που θα προβούν στην κρίσιμη, «τελική» ερμηνεία των συνταγματικών ρυθμίσεων, δεν αποφασίζουν εν κενώ ούτε αγνοούν τις επιμέρους προτάσεις και προσεγγίσεις που επιχειρούνται• δηλαδή, υπό μιαν άλλη οπτική, τη συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα.
Η αξιοποίηση της νομικής ερμηνευτικής στο συνταγματικό δίκαιο δεν αμφισβητεί ούτε την αναγκαιότητα θεμελίωσης των νομικών κρίσεων ούτε την αρμοδιότητα συγκεκριμένων οργάνων να επιβάλλουν την ορθότερη, κατά την κρίση τους, ερμηνεία. Απλώς αναγνωρίζει ότι η κρίση των αρμοδίων οργάνων διαμορφώνεται υπό την επίδραση, ρητή ή άρρητη, μιας διαδικασίας διαλόγου στην οποία λαμβάνουν μέρος όχι μόνο οι συνταγματολόγοι, αλλά και μια σειρά άλλων εμπλεκομένων ατόμων ή συλλογικών υποκειμένων.
Όπως ανέλυσε με εξαιρετική διαύγεια ο Γερμανός φιλόσοφος Hans-Georg Gadamer, στις επιστήμες που έχουν ως αντικείμενο την κατανόηση του νοήματος δεν υπάρχει μέθοδος που να μπορεί να εγγυηθεί την αλήθεια της αποκτημένης γνώσης.  Ο Τσάτσος υποστηρίζει ότι κατά την ερμηνεία του Συντάγματος τα κρατικά όργανα είναι αποδέκτες των μηνυμάτων που εκπέμπει η κοινωνία ως προς την ερμηνεία του και τις κοινωνικοπολιτικές της αναγωγές.  Αυτό δεν σημαίνει, πάντως, ούτε ότι η νομική κρίση αποδεσμεύεται από το θετικό δίκαιο, ούτε ότι αναπόφευκτα θα ανακύψει ο κίνδυνος της υποκειμενικότητας και της αυθαιρεσίας του ερμηνευτή.
Κατά τον Τσάτσο το άνοιγμα της συνταγματικής ερμηνείας στη δημόσια επικοινωνία, στην ελεύθερη διαβούλευση, στη συμμετοχή και στην κριτική είναι συναρτημένο με τις λειτουργίες του Συντάγματος στις σύγχρονες πλουραλιστικές δημοκρατίες.  Κατ’ εξοχήν το Σύνταγμα δεν αποτελεί απλώς νομικό κείμενο, αλλά ταυτόχρονα έκφραση ενός συγκεκριμένου νομικού και πολιτικού πολιτισμού.  Κατά συνέπεια, όπως επισημαίνει, τόσο το περιεχόμενο όσο και η ερμηνεία του καθορίζονται από συγκεκριμένες κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνιστώσες.  Αυτό σημαίνει ότι η ερμηνεία του Συντάγματος δεν μπορεί να οδηγεί πάντα στα ίδια ερμηνευτικά αποτελέσματα,  εφόσον γίνεται δεκτό ότι επηρεάζεται από τη μεταβαλλόμενη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Στη σύγχρονη δημοκρατία δεν αρμόζει η απόλυτη αξίωση επί της αληθείας. Η επιδίωξη μιας ερμηνείας εναρμονισμένης με τη συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα προϋποθέτει ότι υπάρχει μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συναίνεση.
Ο διάλογος που αναπτύσσεται στο πλαίσιο της ανοιχτής κοινωνίας των ερμηνευτών του Συντάγματος αποτελεί προϋπόθεση για την επίτευξη της ουσιαστικής ορθότητας των προτεινόμενων ερμηνευτικών προσεγγίσεων. Το Σύνταγμα δεν εξαντλείται σε έναν κατάλογο κανόνων ή αρχών, αλλά ενσωματώνει θεσμικές συμπεριφορές και πρωταρχικές στάσεις απέναντι σε διαφορετικές όψεις της κοινωνικής συμβίωσης. Η νομική αξιολόγηση της κοινωνικής πραγματικότητας, δηλαδή των ποικιλόμορφων και πολυειδών αξιών και συμφερόντων που διαπλέκονται, συγκρούονται και αλληλεπιδρούν, δεν μπορεί «να υπαγορεύεται από τις υποκειμενικές, πολιτικές ή ηθικές αντιλήψεις του νομικού, αλλά οφείλει να προκύπτει από τη μελέτη των διαδικασιών γένεσης της έννομης τάξης και να προϋποθέτει ένα κοινωνικό consensus».
Η προηγούμενη αντίληψη του Τσάτσου σχετικά με τις επιστημολογικές, ιστορικές και πολιτικές προϋποθέσεις της ερμηνείας του Συντάγματος αποτέλεσαν αντικείμενο ενός εξαιρετικά γόνιμου, αλλά συχνά πολεμικού διαλόγου στην ελληνική συνταγματική επιστήμη, που συνεχίζεται ακόμη σήμερα, και τον ανέδειξε σε κατ’ εξοχήν εκφραστή της ανοιχτής στην ιστορία και στις κοινωνικές συγκρούσεις ερμηνεία του Συντάγματος.


VI.

Το 1985 ο Τσάτσος αναλαμβάνει στη Γερμανία τη διεύθυνση ενός ερευνητικού προγράμματος με θέμα «Το δίκαιο των πολιτικών κομμάτων στις χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας», που θα τον οδηγήσει στην ίδρυση, το 1991, ενός ερευνητικού κέντρου μοναδικού ως προς το αντικείμενό του στον ευρωπαϊκό χώρο, του «Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Γερμανικού και Αλλοδαπού Δικαίου των Πολιτικών Κομμάτων», με έδρα το Πανεπιστήμιο του Hagen στη Γερμανία, το οποίο θα διευθύνει μέχρι τη συνταξιοδότησή του από το πανεπιστήμιο το 1998. Το Ινστιτούτο αυτό αποτελεί κατ’ ουσίαν θεσμική έκφραση της ερευνητικής δουλειάς του κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, που επικεντρώνεται στη μελέτη του κομματικού φαινομένου, ως του πιο κρίσιμου και ευαίσθητου μηχανισμού διασύνδεσης της κοινωνίας πολιτών με την πολιτική κοινωνία και μετατροπής της κοινωνικής βούλησης σε πολιτικό λόγο και πολιτική πράξη στις σύγχρονες αντιπροσωπευτικές και μετα-αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες. Το κύριο βάρος της κριτικής του προς τον τρόπο λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων εντοπίζεται στην ελλειμματική ενδοκομματική δημοκρατία.
Η απαξίωση των πολιτικών κομμάτων εκδηλώνεται, κατ΄ αρχάς, ως συρρίκνωση της ικανότητάς τους να αντιπροσωπεύσουν τις κοινωνικές δυνάμεις προς τις οποίες απευθύνονται, ως υποβάθμιση του κομματικού λόγου και ως δυστοκία παραγωγής προτάσεων για την άσκηση δημόσιων πολιτικών. Σταδιακά τα παραδοσιακά μαζικά κόμματα μετατρέπονται σε πολυσυλλεκτικά κόμματα και, εν συνεχεία, σε κόμματα καρτέλ, που δεν εξασφαλίζουν την πολιτική τους αναπαραγωγή ως θεσμοί κοινωνικής εκπροσώπησης, αλλά ως θεσμοί διαχείρισης της κρατικής εξουσίας. Η συμπτωματολογία της κρίσης των κομμάτων περιλαμβάνει τη συρρίκνωση της κομματικής ταύτισης των πολιτών και συνακολούθως τον περιορισμό του αριθμού των αφοσιωμένων ψηφοφόρων, τη μείωση της εκλογικής συμμετοχής, τη διεύρυνση της επιρροής των «αντισυστημικών» κομμάτων, την αύξηση του αριθμού των αναποφάσιστων ψηφοφόρων και τη μείωση των κομματικών μελών. Στο πλαίσιο αυτό, το εύρος και η ποιότητα της πολιτικής συμμετοχής περιορίζονται, ο κομματικός ανταγωνισμός κατ’ ουσίαν αμβλύνεται, ενώ πληθαίνουν οι εκφραστές αντιλήψεων περί αναδιάρθρωσης των δημοκρατικών θεσμών στην κατεύθυνση της «αποκομματικοποίησής» τους.
Η απόσταση ανάμεσα στους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς των κομμάτων και στα μέλη ή τους ψηφοφόρους τους εμφανίζεται να διευρύνεται σταθερά. Από την άλλη πλευρά, η άμβλυνση των διακριτικών ιδεολογικών γνωρισμάτων των κομμάτων δεν σημαίνει ότι έχουν παύσει να λειτουργούν, έστω κατά τρόπο ελλειμματικό, ως θεσμοί διαμεσολάβησης της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Κατά τον Τσάτσο, όσο και αν η λεγόμενη δημοκρατία των μέσων μαζικής επικοινωνίας προσφέρει νέες δυνατότητες πρόσβασης και συμμετοχής των πολιτών στη δημόσια σφαίρα, ωστόσο τείνει να εκτραπεί σε επικοινωνιακή ψευδοπολιτική.
Η πολιτική καθεαυτή αποδεικνύεται ανίσχυρη και ο κομματικός ανταγωνισμός μεταμορφώνεται σε ατελή ανταγωνισμό, καθώς τα προϊόντα που προσφέρονται στην πολιτική σκηνή περιορίζονται από τους νέους εκλογικούς μηχανισμούς, τις ιδιωτικές ή κρατικές προτιμησιακές παρεμβάσεις και την προνομιακή πρόσβαση στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Η ανάδυση της λεγόμενης «μετα-αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας» ή «μεταδημοκρατίας» δεν αναιρεί λοιπόν την τυπική λειτουργία των παραδοσιακών αντιπροσωπευτικών θεσμών. Όμως η κομματική και εκλογική αντιμαχία παραμορφώνονται σε ένα ελεγχόμενο θέαμα, ενορχηστρωμένο από ομάδες επαγγελματιών της πολιτικής επικοινωνίας, ενώ η πολιτική κατ’ ουσίαν αναπτύσσεται στον ιδιωτικό χώρο, εκτός της δημόσιας σφαίρας.
Κατά τον Τσάτσο, το πολιτικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται σήμερα από την ιδιωτικοποίηση της πολιτικής.  Τα κόμματα δεν αποτελούν πλέον τους πραγματικούς τόπους διαχείρισης των πολιτικών διακυβευμάτων, αλλά τους φορείς διάδοσής τους μέσα στη διοίκηση και την εκτελεστική εξουσία.  Όπως επισημαίνει ο Τσάτσος, το πολιτικό κόμμα εμφανίζεται έτσι αποξενωμένο από το ιστορικό του νόημα.


VII.

Το 1994 ο Τσάτσος εκλέγεται και το 1999 επανεκλέγεται βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ως επικεφαλής του ευρωψηφοδελτίου του ΠΑΣΟΚ. Κατά την περίοδο που μεσολάβησε από το 1994 μέχρι το θάνατό του επεξεργάζεται τη θεωρία του περί ευρωπαϊκής συμπολιτείας, που διατυπώνει σε σειρά βιβλίων και μελετών,  με πιο πρόσφατη την αγγλόφωνη έκδοση «The European Sympolity»  με πρόλογο του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας Giorgio Napolitano.
Το κεντρικό ερώτημα της θεωρίας του Τσάτσου δεν είναι τελικά άλλο από το «πού πάει η Ευρώπη». Παράλληλα όμως, και εν πολλοίς διασταυρούμενα με τα μείζονα πολιτικά διακυβεύματα για το σκοπό και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τίθεται μια σειρά εξίσου κρίσιμων πολιτειολογικών και συνταγματολογικών ζητημάτων: Η μεταφορά κυριαρχικών αρμοδιοτήτων από τα εθνικά κράτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθιστούν τελικά την ίδια κυρίαρχη; Περαιτέρω, η έννοια της κυριαρχίας στα εθνικά κράτη μπορεί να χρησιμεύσει για την ερμηνεία του ενωσιακού οικοδομήματος;  Μπορεί να «εκδημοκρατιστεί» το ενωσιακό οικοδόμημα τη στιγμή που δεν είναι δυνατόν σήμερα να γίνεται λόγος για έναν ευρωπαϊκό δήμο; Οι ενωσιακές ιδιομορφίες είναι συμβατές με το ομοσπονδιακό πρότυπο, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί ιστορικά σε χώρες όπως οι Η.Π.Α., η Γερμανία και η Ελβετία, ή ορθότερο θα ήταν να γίνει λόγος για μια διαδικασία «ομοσπονδίωσης» με άδηλα χαρακτηριστικά; Ο όρος Σύνταγμα, με την τεράστια συμβολική ισχύ που εμπεριέχει, είναι αρμόζων στην περίπτωση της ενωμένης Ευρώπης; Και, εάν η απάντηση είναι καταφατική, θα μπορούσε να συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής δημόσιας πολιτικής σφαίρας και μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας πολιτών;
Και σε πιο τεχνικό επίπεδο: Θα μπορούσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να μετεξελιχθεί σε μια «Κυβέρνηση» της Ευρώπης, το δε Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα να ενσωματώσουν τις νομιμοποιητικές λειτουργίες που επιτελούν σήμερα, έστω ελλειμματικά, τα εθνικά Κοινοβούλια; Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποτελεί κριτή των εσωτερικών ορίων της κοινοτικής αρμοδιότητας και των κριτηρίων κατανομής της ή (μπορεί να) υπεισέρχεται, και μέχρι ποιο βαθμό, στον έλεγχο των εξωτερικών ορίων της κοινοτικής αρμοδιότητας; Και, τελικά, πώς οριοθετείται η συνάρθρωση και αλληλεπίδραση μεταξύ ενωσιακής και εθνικής έννομης τάξης;
Ο κατάλογος με τα ταυτοχρόνως πολιτικά και επιστημονικά ερωτήματα που αναφύονται γύρω από την ενωσιακή «θεσμογένεση» ασφαλώς μπορεί να επεκταθεί επί μακρόν, όπως η πραγμάτευσή τους καταλαμβάνει ήδη μια αχανή διεπιστημονική βιβλιογραφία. Σκόπιμο ωστόσο, κατά τον Τσάτσο, είναι να επιχειρηθεί η επισήμανση ορισμένων προαπαιτούμενων τόσο για τη θέση των ερωτημάτων όσο και για την επεξεργασία τους. Όπως υποστηρίζει, η αναζήτηση παραλληλισμών, η σύγκριση και η αβασάνιστη μεταφορά εννοιολογικών εργαλείων και θεσμικών κατασκευών από το κράτος-έθνος στο ενωσιακό οικοδόμημα αποτελεί μάλλον πηγή διαστρέβλωσης, παρά διαύγασης των ενωσιακών προκλήσεων και ελλειμμάτων.  Οι ίδιοι οι –δόκιμοι και του συρμού πλέον– όροι δημοκρατικό και κοινωνικό «έλλειμμα» συνεπάγονται ενίοτε κρίσιμες παρεξηγήσεις. Ο όρος «έλλειμμα» παραπέμπει στη σύγκριση με κάποιο υπόδειγμα, με κάποιο «μέτρο» και προϋποθέτει επαρκείς και σαφείς αναλογίες μεταξύ των συγκρινομένων. Κατ’ εξοχήν η χρήση του όρου «έλλειμμα» κατά τη διατύπωση ερωτημάτων ως προς το επίπεδο «εκδημοκρατισμού» και «κοινωνικής-αλληλέγγυας» ενεργοποίησης των ενωσιακών θεσμών, μπορεί να αποπροσανατολίσει το διάλογο από τα πραγματικά διακυβεύματα.
Όμως το ζήτημα δεν είναι μόνο εάν, στο πλαίσιο των ευρύτερων μετασχηματισμών της ύστερης νεωτερικότητας, θα ήταν εφικτό το μοντέλο του δημοκρατικού και κοινωνικού κράτους δικαίου που αναπτύχθηκε στο κράτος-έθνος να μεταφερθεί στο επίπεδο του ενωσιακού οικοδομήματος, έστω μετά από τις αναγκαίες «διορθωτικές» παρεμβάσεις. Εξίσου κρίσιμο είναι και το ερώτημα εάν μια τέτοια μεταφορά θα ήταν ευκταία και επιθυμητή, επί παραδείγματι ως προς τους θεσμούς του κοινωνικού κράτους, ή εάν το «κοινωνικό έλλειμμα» κατ’ ουσίαν υπήρξε σε σημαντικό βαθμό αποτέλεσμα της βούλησης των εθνικών κρατών με ανεπτυγμένους θεσμούς κοινωνικής προστασίας να διαφυλάξουν το κοινωνικό τους πρότυπο. Από την άλλη πλευρά πάλι, η ασυμμετρία της ευρωπαϊκής ενοποίησης ανάμεσα στην οικονομική και την κοινωνική σφαίρα υπονομεύει τη λειτουργία των αναδιανεμητικών μηχανισμών των εθνικών κρατών.
Θα ήταν όμως εφικτή και ευκταία η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους κατά το πρότυπο του εθνικού κοινωνικού κράτους και εάν ναι σε ποια κατεύθυνση, λαμβανομένων υπόψη των τεράστιων αποκλίσεων ανάμεσα στα διαφορετικά εθνικά μοντέλα κοινωνικής προστασίας; Περαιτέρω, τι σημασία αποκτά η κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων σε ενωσιακό επίπεδο, όταν αφ’ ενός το κανονιστικό τους περιεχόμενο παραμένει εριζόμενο και, πάντως, ανομοιογενώς ερμηνευόμενο στα εθνικά κράτη και, αφ’ ετέρου, οι αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένουν ισχνές στον κοινωνικό τομέα; Θα ήταν «δημοκρατικότερη» και «κοινωνικότερη» μια Ευρωπαϊκή Ένωση στην οποία θα επιχειρούνταν να εφαρμοστεί ένα πολιτικό σύστημα παρεμφερές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους όπως διαμορφώθηκαν θεσμικά στο κράτος-έθνος; Και, σε τελική ανάλυση, τι θα σήμαιναν όλα τα προηγούμενα για την εθνική κυριαρχία και κατά πόσον (και πόσα από) τα εθνικά κράτη θα ήταν στο εγγύς μέλλον διατεθειμένα να προχωρήσουν σε ένα τέτοιο βήμα;
Συμπυκνώνοντας τη θεωρία του περί ευρωπαϊκής συμπολιτείας ο Τσάτσος γράφει: «Ως συμπολιτεία ορίζω την ένωση εκείνη των πολιτειών, της οποίας η εσωτερική θεσμική οργάνωση έχει χαρακτηριστικά και διεθνούς και συνταγματικής οργάνωσης, υπόκειται στο διεθνές και στο συνταγματικό δίκαιο και θεμελιώνεται βάσει μίας Συνταγματικής Συνθήκης».  Προϋπόθεση, κατά τον Τσάτσο, της θεσμικής εξέλιξης και της κατανόησης του ενωσιακού οικοδομήματος αποτελεί μια σειρά αλληλένδετων παραμέτρων: «Μόνο έτσι, δηλαδή μόνον αν η λειτουργία των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η ερμηνεία τους γίνεται εν επιγνώσει του ιστορικού, γεωγραφικού και συνακόλουθα του διττού της νομιμοποιητικού θεμελίου, έχει ιστορική προοπτική. Το συναρπαστικό και ιστορικά αναγκαίο ενωσιακό οικοδόμημα δικαιώνεται τελικά μόνον αν λειτουργήσει με την ελπίδα και την προοπτική να καταστεί κεφάλαιο όχι μόνο της παγκόσμιας πολιτικής ιστορίας, αλλά της παγκόσμιας ιστορίας του πολιτισμού».


VIII.

Από όσα αναφέρθηκαν μέχρι τώρα αναδεικνύεται η φυσιογνωμία του Δημήτρη Τσάτσου ως πανεπιστημιακού δασκάλου της Αμφισβήτησης, ως δημοκράτη θεωρητικού του Συντάγματος και της πολιτείας, ως δρώντος υποκειμένου σε κορυφαίες ιστορικές στιγμές, ως στοχαστή πολιτικού στρατευμένου στην ευρωπαϊκή ιδέα με σεβασμό στις εθνικές ταυτότητες.
Στα προηγούμενα επιβάλλεται να προστεθεί μια τελευταία όψη, αυτή του κοσμοπολίτη συνταγματολόγου και πολιτειολόγου.  Ο Δημήτρης Τσάτσος χαρακτηρίζεται όχι μόνο για τη διαρκή του παρουσία στην ελληνική και ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα, αλλά πρωτίστως διότι κατά κυριολεξία ήταν παρών σε κορυφαίες συνταγματικές και θεσμικές εξελίξεις μιας πλειάδας κρατών, που υπερβαίνουν τα γεωγραφικά και πολιτισμικά όρια της ευρωπαϊκής ηπείρου. Ο Τσάτσος διέτρεξε την Ευρώπη συμπράττοντας στην κατάρτιση μιας σειράς νέων συνταγματικών κειμένων, όπως ενδεικτικά στην κατάρτιση των Συνταγμάτων της Πολωνίας και της Αλβανίας και στο περίπλοκο ζήτημα του συνταγματικού καθεστώτος του Κοσόβου.
Το 1995 αποφάσισε να προσδώσει και θεσμική υπόσταση σε αυτό τον συνταγματικό κοσμοπολιτισμό, ιδρύοντας το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου.  Το Κέντρο αποτυπώνει στην επωνυμία του και στους επιστημονικούς του σκοπούς τη μελέτη του ευρωπαϊκού συνταγματικού δικαίου, σε μια εποχή που θεωρείται ακόμη εξαιρετικά πρώιμο και πρωτοπόρο να γίνεται λόγος για «ευρωπαϊκό συνταγματικό δίκαιο». Παράλληλα, πέρα από την επιστημονική έρευνα στους τομείς του ελληνικού, ευρωπαϊκού και αλλοδαπού δημοσίου δικαίου, ο Τσάτσος θέτει ως κύρια αποστολή του Κέντρου την παροχή τεχνογνωσίας και την επιστημονική συνδρομή για τη θεσμική ανασυγκρότηση των αναπτυσσόμενων χωρών και των κρατών της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Μέσα από το Κέντρο, ο συνταγματικός κοσμοπολιτισμός του Τσάτσου εξαπλώνεται, με συγκεκριμένες ερευνητικές δράσεις και προγράμματα που υποστηρίζονται από διεθνείς οργανισμούς, σε περισσότερα από είκοσι αναπτυσσόμενα κράτη. Επιπλέον, το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου επιτυγχάνει μια διαρκή παρουσία συμβουλευτικής υποστήριξης σε ποικίλες ελληνικές δημόσιες πολιτικές και θεσμικές παρεμβάσεις, συνεργάζεται στενά με Ινστιτούτα και Πανεπιστήμια από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι παρόν στα τεκτενόμενα σε ενωσιακό επίπεδο.
Ο Δημήτρης Τσάτσος υπήρξε ανεξάντλητος σε ιδέες και πρωτοβουλίες. Εύλογα θα αναρωτιόταν κανείς πώς κατάφερε να είναι παρών σε τόσο πολλά πεδία, σε τόσες γεωγραφικές περιοχές, σε τόσο πυκνό χρόνο, χωρίς να σταματήσει ποτέ να συγγράφει, χωρίς όμως και να παραιτηθεί από τα ανθρώπινα και τις χαρές της καθημερινής ζωής, κάτι που συνιστά ίσως ένα ακόμη στοιχείο του κοσμοπολιτισμού του. Μέσα από την πληθωρικότητα, τη γενναιοδωρία, τα μεγάλα ακαδημαϊκά εγχειρήματα, αλλά και τη θερμή ανθρώπινη επαφή, ο Τσάτσος καλλιέργησε ένα νέο επιστημονικό ύφος και ήθος. Ταυτόχρονα, από το πυκνό εγχειρίδιο πολιτειολογίας που δίδαξε τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης,  μέχρι το τρίτομο εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, επικοινώνησε άμεσα με όλες τις μεταπολιτευτικές γενιές των φοιτητών νομικών και πολιτικών επιστημών της χώρας.
Ο Τσάτσος, πέρα από μια σχολή πολιτειολογικής και συνταγματικής σκέψης, καλλιέργησε και μια στάση ζωής: του επιστήμονα που δεν αποστασιοποιείται από την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, που δεν διστάζει να μετάσχει ενεργά στο πολιτειακό γίγνεσθαι, του δασκάλου που αμφισβητεί διαρκώς την ίδια του τη γνώση, του στρατευμένου δημοκράτη και Ευρωπαίου συνταγματολόγου. Κλείνοντας αυτές τις σκέψεις, δανείζομαι τον τίτλο του κειμένου του Γερμανού πολιτικού Michael Vesper,  που πρωτοδημοσιεύθηκε στον τόμο προς τιμήν του Τσάτσου που εκδόθηκε στη Γερμανία: Ο Δημήτρης Τσάτσος υπήρξε ένα «φαινόμενο». Θα ήθελα τελειώνοντας να προσθέσω: Οι μαθητές, οι φίλοι και οι συνάδελφοί σου σε ευχαριστούμε που με τη δημόσια στάση σου κατέστησες αξιόπιστη τη διδασκαλία σου.
 

 

Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 26/4/2010

«Ο Δημήτρης Θ. Τσάτσος, πέρα από μία σχολή πολιτειολογικής και συνταγματικής σκέψης, καλλιέργησε και μία στάση ζωής: Του επιστήμονα που δεν αποστασιοποιείται από την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, που δεν διστάζει να μετάσχει ενεργά στο πολιτειακό γίγνεσθαι, του δασκάλου που αμφισβητεί διαρκώς την ίδια του τη γνώση, του στρατευμένου δημοκράτη και Ευρωπαίου συνταγματολόγου.
Ο Δ. Τσάτσος υπήρξε, λοιπόν, μία προσωπικότητα του forum publicum, μία προσωπικότητα επιστημονική, πολιτική και κοινοβουλευτική, με παρουσία στη Βουλή των Ελλήνων, την Ε’ Αναθεωρητική Βουλή που εκπόνησε το Σύνταγμα του 1975, αλλά και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Μία προσωπικότητα με ακαδημαϊκή καταξίωση στην Ελλάδα και τη Γερμανία, όπου διαμόρφωσε δεκάδες επιστημόνων και σημερινών πανεπιστημιακών δασκάλων, μία προσωπικότητα με διαρκή παρουσία στη δημόσια σφαίρα.
Οι μαθητές, οι φίλοι και οι συνάδελφοί του θα τον θυμόμαστε πάντα ως έναν διανοητή που με τη δημόσια στάση του κατέστησε αξιόπιστη τη διδασκαλία του».

 

Επικήδειος λόγος

"Αγαπημένε Δημήτρη
Οι συνεργάτες και μαθητές σου στο Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου – Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου σε αποχαιρετούμε σήμερα με σεβασμό, με αγάπη και με ευγνωμοσύνη.
Όχι μόνο ως τον ιδρυτή, τον εμπνευστή, τον άνθρωπο που δημιούργησε εκ του μηδενός ένα διεθνούς πλέον φήμης επιστημονικό οργανισμό, αλλά εκείνον που με το διεθνές και ευρωπαϊκό επιστημονικό κύρος, την πνευματική καλλιέργεια και τον κοσμοπολιτισμό σου κατέστησες το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, μέσα σε 15 μόλις χρόνια, διεθνές και ευρωπαϊκό κέντρο μελέτης και μεταρρύθμισης των θεσμών και των δημόσιων πολιτικών στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον κόσμο.
Είχες το χάρισμα, αυτή τη μαγική δύναμη να μεταμορφώνεις σε κάτι σημαντικό ό,τι άγγιζες. Πάνω απ’ όλα έπλασες ανθρώπους, τους ενέπνευσες, τους διαμόρφωσες χωρίς να επιδιώξεις ποτέ να παράξεις ομοιώματα. Ήθελες, απαιτούσες με όλους να συνομιλείς σε βάση ισοτιμίας.
Το διδακτικό σου χάρισμα εκπήγαζε και εκδηλωνόταν πρωτίστως με την αγάπη και την εμπιστοσύνη που πρόσφερες ανεπιφύλακτα σε όποιον σε πλησίαζε. Και το κυριότερο, έδινες στους μαθητές σου και τους συνεργάτες σου αυτοπεποίθηση, δύναμη πρωτοβουλίας και αγάπη, και ήθελες να τους κάνεις να πιστεύουν ότι αυτοί ήταν που προσέφεραν σε εσένα, όταν εσύ απλόχερα τους έδινες ό,τι πολυτιμότερο.
Έχεις πει ότι η φιλία είναι η μεγάλη συμμαχία χάρη στην οποία ο άνθρωπος, μαζί με άλλους, επιβιώνει στην κοινωνία. Ότι το εγώ, όταν θέλει να είναι έντιμο, εννοεί το εμείς, διότι το προϋποθέτει. Έχεις γράψει ότι είσαι εδώ για εμάς όλους, και για όσους ζουν και για όσους έφυγαν.
Δημήτρη, θα είσαι πάντα παρών μέσα σε όσους σε γνώρισαν και είχαν την τύχη να μοιραστούν μαζί σου στιγμές δημιουργίας, επιστημονικού και πολιτικού διαλόγου, ακόμη και απλές ανθρώπινες στιγμές επικοινωνίας.
Το Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, πέρα από την εκπλήρωση των σκοπών που έθεσες και διασφάλισες τις προϋποθέσεις και τους όρους για να πραγματώνει στο πεδίο των θεσμών, οφείλει να συνεχίσει μία επιστημονική δημοκρατική παράδοση, προάγοντας ταυτόχρονα την εμβάθυνση στο πνευματικό σου έργο. Θα είσαι διαρκώς παρών σε αυτό το ταξίδι, που ενέπνευσες όλα αυτά τα χρόνια, με τόση ελπίδα για τον άνθρωπο και την πολιτεία.
Το έργο που ξεκίνησες, έτσι κι αλλιώς, όπως γράφεις και στο τελευταίο σου βιβλίο, δεν έχει τέλος, καθώς τα θεμελιώδη ζητήματα της πολιτείας δεν γνωρίζουν οριστική επίλυση. Θα είσαι πάντα κοντά μας, μέσα μας, παρών στις δύσκολες μέρες που έρχονται, ως δάσκαλος, συνάδελφος και φίλος, που με τη δημόσια στάση του κατέστησε αξιόπιστη τη διδασκαλία του. Σε ευχαριστούμε για όλα".

 
< Προηγ.   Επόμ. >

Νέα Βιβλία
Προτάσεις
No items to show...
    No items to show...

Επιλογές

Advertisement

Επικοινωνία

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου-
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43, 106 72 Αθήνα
centre@cecl.gr