Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ Εκτύπωση
Εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ", 19/10/2010

Η διεθνής οικονομική κρίση απέδειξε πόσο ευάλωτο είναι το μοντέλο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, αλλά και πόσο ανίσχυρα αποδεικνύονται τα εθνικά κράτη στην προσπάθεια αντιμετώπισής της. Στην πραγματικότητα, η χρηματοοικονομική κρίση αποτέλεσε την αφορμή για να επαναξιολογηθεί ολόκληρο το πλέγμα των πολιτικών και οικονομικών σχέσεων και των κοινωνικών συγκρούσεων, στις οποίες εδράζεται ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός. Αναδείχτηκε, κατ’ αρχάς, ότι η σταδιακή αυτονόμηση των χρηματοοικονομικών λειτουργιών από την κρατική εποπτεία οδηγεί αναπόδραστα σε μορφές κερδοσκοπίας, κοινώς «φούσκες», των οποίων οι επιπτώσεις ενδέχεται να καταστούν ανεξέλεγκτες, όπως συμβαίνει τα τελευταία δύο χρόνια, με ορόσημο την κατάρρευση της Lehman Brothers.
Η ανατομία της κρίσης αποκαλύπτει τις τεράστιες δυσχέρειες των κυβερνήσεων να τιθασεύσουν τις αγορές, υποτάσσοντάς τες σε κανόνες εκλογίκευσης και αποτροπής ακραίων ρίσκων. Πολύ περισσότερο, η κατανομή των βαρών της κρίσης δεν πλήττει εκείνους που ευθύνονται γι’ αυτήν, αλλά ιδίως τα μεσαία και χαμηλά εισοδηματικά στρώματα. Οι πολιτικές ηγεσίες, του προέδρου των ΗΠΑ συμπεριλαμβανομένου, ελάχιστα έχουν επιτύχει ως προς την επιβολή ρυθμίσεων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, που να εγγυώνται ότι στο μέλλον δεν θα εκδηλωθούν παρόμοιες φούσκες. Πώς μπορεί να περιμένει κανείς, λοιπόν, ότι η πολυδιασπασμένη και ακυβέρνητη Ευρώπη θα επιτύχει να επιβάλει το αναγκαίο ρυθμιστικό πλαίσιο;
Μπροστά στην κρίση επιλέχτηκε η στρατηγική του νεοφιλελεύθερου σοκ. Από τη μια πλευρά, μια πολιτική ρητορεία που συνδυάζει την καταστροφολογία με την προβολή της νεοφιλελεύθερης λιτότητας ως της μιας και μόνης εφικτής λύσης, επιστρέφοντας κατ’ ουσίαν στο θατσερικό δόγμα «δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή». Από την άλλη πλευρά, επιβολή σε ολόκληρη την Ευρώπη των πιο επώδυνων πολιτικών λιτότητας, συρρίκνωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων και μείωσης των κρατικών δαπανών, χωρίς να εξετάζονται καν οι δομικές ιδιαιτερότητες κάθε εθνικής οικονομίας. Πρόκειται για πολιτικές-φασόν, που υποστηρίζεται ότι οδηγούν στα επιθυμητά αποτελέσματα παντού και οποτεδήποτε, με βάση τα θεωρητικά υποδείγματα που ακολούθησε το ΔΝΤ επί 30 χρόνια, κατά κανόνα με καταστροφικά αποτελέσματα.
Στην ελληνική περίπτωση οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, πολλές από τις οποίες προαναγγέλλονταν επί 35 και πλέον χρόνια, αποτελούν όρο επιβίωσης της χώρας. Όμως, οι συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιούνται αυτές οι αλλαγές, δηλαδή η διεθνής κηδεμονία σε καθεστώς χρεοκοπίας, η αρνητική ανάπτυξη και η αναπόφευκτη πλέον «λογιστικοποίηση» κάθε παρέμβασης, ώστε να εκπληρώνονται άμεσα οι δεσμεύσεις του Μνημονίου, καθιστούν το όλο εγχείρημα επώδυνο, ατελές και ενίοτε ατελέσφορο. Κατ’ επέκταση, η «βιαιότητα» της προσαρμογής συνοδεύεται από ένα διογκούμενο έλλειμμα κοινωνικής νομιμοποίησης. Πέραν των άλλων, ωστόσο, η εγχώρια κρίση ανέδειξε την ανεπάρκεια της ελληνικής πολιτικής τάξης. Αφού επί δεκαετίες απέφυγε να αναλάβει το βάρος των ευθυνών της, τώρα σπεύδει με την προθυμία του πλημμελούς υπαλλήλου να συμμορφωθεί στις εντολές της τρόικας. Όλα τα προηγούμενα καθιστούν την ελληνική περίπτωση σαφώς πιο σύνθετη σε σύγκριση με τα υπόλοιπα κράτη του ευρωπαϊκού Νότου, αλλά και πιο αβέβαιη ως προς την τελική της έκβαση.

 
< Προηγ.   Επόμ. >

Επιλογές

Advertisement

Επικοινωνία

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου-
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43, 106 72 Αθήνα
centre@cecl.gr