ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΠΟΛΥΑΡΧΙΑ Εκτύπωση
Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 13/9/2011

Εκ πρώτης όψεως ο ανασχηματισμός του Ιουνίου λίγα έδειξε να μεταβάλλει, καθώς η πλειονότητα των υπουργών παρέμεινε στο ίδιο πόστο. Τον κεντρικό άξονα των αλλαγών αποτέλεσε η ανάληψη του υπουργείου Οικονομικών από τον Ευ. Βενιζέλο, παράλληλα με τη δημιουργία δεύτερης θέσης αντιπροέδρου της κυβέρνησης, την οποία ανέλαβε ο ίδιος. Ωστόσο, αυτή η αλλαγή αποδείχθηκε καταλυτική για την κυβερνητική λειτουργία, αφού, όπως φάνηκε, στο τρίμηνο που ακολούθησε κατ' ουσίαν το βάρος της χάραξης και του συντονισμού του κυβερνητικού έργου μετατοπίστηκε από τον πρωθυπουργό στον αντιπρόεδρο και υπουργό Οικονομικών, που ανέλαβε ταυτόχρονα και την ευθύνη να επικοινωνεί άμεσα με την ελληνική κοινωνία για την ανακοίνωση σημαντικών αποφάσεων της κυβέρνησης. Άρα, για πρώτη φορά παρατηρείται να λειτουργεί το πρωθυπουργικό μοντέλο διακυβέρνησης με κεντρικό πρόσωπο όχι τον πρωθυπουργό, αλλά αντ' αυτού έναν εν τοις πράγμασι πρωθυπουργεύοντα υπουργό, γεγονός που δεν συνιστά μόνο απόκλιση από τους συνταγματικούς διακανονισμούς αλλά και από μία πάγια πολιτική πρακτική, αξιολογούμενο ασφαλώς με αρνητικό πρόσημο.
Δεύτερο στοιχείο μετάλλαξης, συναρτημένο και με το προηγούμενο, είναι η όξυνση των ενδοκυβερνητικών συγκρούσεων. Οι πολυάριθμες διαφωνίες μεταξύ υπουργών ανέδειξαν αφενός την έλλειψη ισχυρού και αποτελεσματικού κυβερνητικού συντονισμού, ιδίως όμως την απουσία ενός ολοκληρωμένου πολιτικού σχεδίου, με βάση το οποίο να δρουν οι επιμέρους υπουργοί, με αποκορύφωμα διαφωνίες ακόμα και για τη δομή του κυβερνητικού σχήματος, που οδήγησαν στη θορυβώδη παραίτηση του αναπληρωτή υπουργού Ανάπτυξης. Οι εντάσεις μεταξύ υπουργών εγγίζουν ενίοτε τα όρια της κυβερνητικής πολυαρχίας, κατά τρόπο που επίσης δεν ανταποκρίνεται ούτε στο συνταγματικό δέον ούτε στην πολιτική πρακτική των τελευταίων δεκαετιών.
Τρίτο σημείο τριβής, λιγότερο γνωστό και σχολιασμένο στα ΜΜΕ αλλά ίσως ακόμη σοβαρότερο από τα προηγούμενα, συνιστούν οι δυσλειτουργίες στο επίπεδο του ενδιάμεσου πολιτικού προσωπικού μεταξύ υπουργών και δημόσιας διοίκησης, δηλαδή στο επίπεδο των γενικών και ειδικών γραμματέων υπουργείων. Εδώ αναδεικνύονται οι αβελτηρίες και οι αλυσιτέλειες του μοντέλου «opengov», που δήθεν κατέτεινε στην επιλογή των προσώπων με τα ενδεδειγμένα προσόντα, στην πράξη όμως υπέκρυπτε την ανάληψη των θέσεων αυτών, μετά τις γνωστές κωλυσιεργίες, από πρόσωπα που έχαιραν της άμεσης εμπιστοσύνης των εκάστοτε υπουργών. Ωστόσο ο ανασχηματισμός δεν συνοδεύθηκε από μετακινήσεις γενικών και ειδικών γραμματέων, αφού κάτι τέτοιο θα αποκάλυπτε σε όλο της το μεγαλείο την υποκρισία τού «opengov». Το αποτέλεσμα ήταν κακή συνεργασία, ασυμφωνίες και σοβαρές δυσλειτουργίες σε επιμέρους υπουργεία, που σε κάποιες περιπτώσεις κατέληξαν σε αποπομπή ή αιτήματα αποπομπής γενικών γραμματέων.
Σε μία περίοδο, όπου κρίνεται το μέλλον της χώρας, η κυβερνητική πολυαρχία αποτελεί την καλύτερη συνταγή προς την εθνική καταστροφή. Δυστυχώς, ακόμη και αν ο πρωθυπουργεύων αντιπρόεδρος της κυβέρνησης υπερβεί εαυτόν, η παρτίδα δεν σώζεται υπό αυτούς τους όρους. Οι καμπάνες έχουν χτυπήσει προ πολλού, αλλά η κυβέρνηση επιχειρεί τώρα να ανακαλύψει ένα νέο, παγκοσμίως πρωτότυπο μοντέλο διακυβέρνησης, πέραν πάσης συνταγματικής και πολιτικής φαντασίας.
 
< Προηγ.   Επόμ. >

Επιλογές

Advertisement

Επικοινωνία

Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου-
Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Ακαδημίας 43, 106 72 Αθήνα
centre@cecl.gr