Κυβέρνηση χωρίς πολιτική νομιμοποίηση;
Πρώτο Θέμα, 13/01/19

Ο κυβερνητικός συνασπισμός τελεί υπό κατάρρευση. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν είναι ακόμη γνωστό αν και πότε θα αποχωρήσουν οι ΑΝΕΛ από την Κυβέρνηση. Αυτό όμως έχει μικρή σημασία, αφού κάτ’ ουσίαν η ρήξη μεταξύ των δύο κυβερνητικών εταίρων για τη Συμφωνία των Πρεσπών είναι δεδομένη. Τα ερωτήματα που ανακύπτουν άπτονται πρωτίστως της πολιτικής νομιμοποίησης της Κυβέρνησης.
Πρώτο ερώτημα: Μπορεί να συνεχίσει η Κυβέρνηση τον βίο της αν δεν διαθέτει τη στήριξη 151 βουλευτών μετά την αποχώρηση των ΑΝΕΛ; Από συνταγματική σκοπιά η απάντηση είναι καταφατική, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα γίνει δεκτή μια πρόταση μομφής που θα καταθέσει η Αντιπολίτευση. Ωστόσο, από τη σκοπιά της συνταγματικής πρακτικής και δεοντολογίας, επιβάλλεται ο πρωθυπουργός να ζητήσει την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης προς την Κυβέρνηση. Αν δεν το πράξει, θα επωμιστεί το βάρος της κατηγορίας για πολιτική αναξιοπιστία και έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Δεύτερο ερώτημα: Πότε οφείλει μια Κυβέρνηση, μετά από αίτημα του πρωθυπουργού, να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης; Αντιγράφω εδώ δύο φράσεις από την «Κατ’ Άρθρο Ερμηνεία του Συντάγματος» που κυκλοφόρησε πριν από δύο χρόνια, όπου συνοψίζεται ο σχετικός επιστημονικός προβληματισμός (σελ. 1303): «Στην πράξη δύο κυρίως είναι οι περιπτώσεις που τίθεται υπό αμφισβήτηση η κοινοβουλευτική εμπιστοσύνη προς την Κυβέρνηση: αφ’ ενός, η καταψήφιση σχεδίου νόμου μείζονος σπουδαιότητας από βουλευτές της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και, αφ’ ετέρου, η αποχώρηση βουλευτών από την κυβερνητική πλειοψηφία. Εφόσον η διαφοροποίηση ή αποχώρηση των βουλευτών συνεπάγονται την απώλεια της δεδηλωμένης, η Κυβέρνηση για λόγους πολιτικής αξιοπιστίας μπορεί να παραιτηθεί ή να ζητήσει την επιβεβαίωση της εμπιστοσύνης της Βουλής».
Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά στο ενδεχόμενο να συντρέχουν σωρευτικά και οι δύο προηγούμενες προϋποθέσεις: Αποχώρηση βουλευτών της κυβερνητικής πλειοψηφίας, αλλά και καταψήφιση από μέρους τους του τυπικού νόμου με τον οποίο θα κληθεί η Βουλή να κυρώσει τη Συμφωνία των Πρεσπών. Αν η Κυβέρνηση σκοπεύει να αγνοήσει γεγονότα τέτοιας σπουδαιότητας παρατείνοντας τον βίο της χωρίς να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης, δηλαδή να ποντάρει στην ενδεχόμενη αποτυχία της Αντιπολίτευσης να συγκεντρώσει τις 151 ψήφους που απαιτούνται για να γίνει δεκτή μια πρόταση δυσπιστίας, τότε τυπικά μεν κανείς δεν μπορεί να την εμποδίσει να συνεχίσει να κυβερνά, όμως η νομιμοποίησή της θα είναι διάτρητη. 
Τρίτο ερώτημα: Μέχρι πότε θα μπορεί να παραμείνει στην εξουσία υπό αυτούς τους όρους μια Κυβέρνηση που δεν έχει καν λάβει ψήφο ανοχής; Θα πρόκειται για μια επιλογή χωρίς προηγούμενο σε ομαλές κοινοβουλευτικές περιόδους, που θα προκαλέσει όχι μόνο διαρκή αμφισβήτηση από την πλευρά της Αντιπολίτευσης και της κοινωνίας, αλλά ταυτόχρονα μια μόνιμη δυσλειτουργία κατά την άσκηση του νομοθετικού έργου. Είναι διατεθειμένος ο πρωθυπουργός να πορευθεί τους επόμενους εννέα μήνες, δηλαδή μέχρι το απώτατο χρονικό όριο για τη διενέργεια βουλευτικών εκλογών, επωμιζόμενος το πολιτικό κόστος αυτής της ελλειμματικής δημοκρατικής νομιμοποίησης;
Ήδη από τη στιγμή που ο κ. Καμμένος δήλωσε, εδώ και αρκετούς μήνες, ότι το κόμμα του θα αποχωρήσει από την Κυβέρνηση αν και όταν έρθει στη Βουλή για κύρωση η Συμφωνία των Πρεσπών, ως μείζονος εθνικής σπουδαιότητας απόφαση της Κυβέρνησης, ο πρωθυπουργός όφειλε να αποσαφηνίσει τι προτίθεται να πράξει μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο. Την περασμένη Τετάρτη ο Πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι δυο είναι πλέον οι δημοκρατικά νομιμοποιημένες επιλογές του: Είτε να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, είτε να παραιτηθεί ώστε να προκηρυχθούν άμεσα εκλογές.